29/3/14

Σαν πίνακας του El Greco.



Η χρονική στιγμή καταλληλότερη από ποτέ. Η σκόνη έκατσε. Η υστερική κι ενδημική μετάδοση της Berardi-mania κόπασε. Ώρα να διαβάσουμε πίσω από τα γεγονότα, με ψυχραιμία, το «φαινόμενο» Domenico Berardi. Η είσοδός του στο προσκήνιο του ιταλικού ποδοσφαίρου αρχοντική. Ο κρότος της εκκωφαντικός. Οι Ιταλοί δημοσιογράφοι εκστασιάστηκαν από το φετινό κρεσέντο του νεαρού επιθετικού, μετατρέποντάς τον εν μία νυκτί από παίκτη της άσημης νεοφώτιστης Sassuolo σε κέντρο προσοχής κι ενδιαφέροντος. Γύρω του περιστρέφονταν φυγόκεντρα όλες οι ποδοσφαιρικές συζητήσεις στη γείτονα χώρα, για περίπου μία εβδομάδα και κάτι. Αφορμή στάθηκαν τα 4 γκολ που πέτυχε ενάντια στη Milan. Ποιος είναι όμως ο νεαρός, που σμπαράλιασε την άμυνα των υποτονικών τη φετινή χρονιά Rossoneri;

Το υπόβαθρο. Τα όμορφα ποδοσφαιρικά παραμύθια ξεκινούν, συνήθως, από κάποια φτωχογειτονιά, όπου ο ήρωάς μας κάνει τα πρώτα του βήματα, παίζοντας μπάλα στις αλάνες. Μπορεί το βιοτικό επίπεδο να μην είναι βραζιλιάνικων standar, αλλά ο ιταλικός νότος είναι εξίσου ταλαιπωρημένος και πολύπαθος. Σε μια μικρή κωμόπολη στην επαρχία της Cosenza, γεννήθηκε ο Domenico. Στην Cariati Marina. Την 1η Αυγούστου του 1994 έμελλε να γίνει μέλος αυτής της κοινότητας, που σήμερα αριθμεί περίπου 8.500 ψυχές. Καλαβρέζος, κουβαλά τις συνήθειες και τη βαριά προφορά μιας εντοπιότητας, που δε θέλει να αλλοιωθεί ο μακραίωνος χαρακτήρας της, από το «διεφθαρμένο κράτος του Βορρά». Ως μια απ’ αυτές τις ψυχές, ο Berardi έμελλε να γίνει πρώτη είδηση στα ιταλικά μέσα, ποδοσφαιρικά και μη, με τα κατορθώματά του. Ο θαυματουργός νεαρός δεν έκρυψε ποτέ την αγάπη, που τρέφει για την Inter, της οποίας δηλώνει οπαδός από μικρό παιδί. Επιλογή εκ διαμέτρου αντίθετη από εκείνη της τοπικής κοινωνίας, που οδηγείται εξ’ έθους στην οπαδική δεξαμενή της Napoli. Εκείνο, που εντυπωσιάζει τα νεαρά παιδιά, δυστυχώς, δεν είναι η ιστορία, αλλά οι τίτλοι, οι επιτυχίες, η αναγνώριση κι η κυριαρχία. Άρα, καθ’ όλα λογική η επιλογή του.

Το ξεκίνημα κι η κατάρρευση του ονείρου. Η αγάπη κι η κλίση του στο ποδόσφαιρο γίνεται αντιληπτή από τα πρώτα παιδικά του χρόνια. Σε πολύ μικρή ηλικία γράφεται σε μια ομάδα ακαδημιών της περιοχής του, ονόματι Castello. Το 2007 και σε ηλικία 13 ετών, ο ταλαντούχος πιτσιρικάς μεταπηδά στη Rossano, στην οποία εκδίδει και το δελτίο του. Οι ιθύνοντες στην τελευταία δεν αντιλαμβάνονται το ποιόν του παίκτη, που έχουν στις τάξεις τους κι ο Berardi παίρνει ελάχιστες ευκαιρίες. Έτσι, στα 13 του χρόνια αποφασίζει να εγκαταλείψει το όνειρό του, πριν καν εκείνο ξεκινήσει, επικεντρώνοντας την προσοχή του σε άλλους τομείς της ζωής του.


                             

Στη Sassuolo από σπόντα. Το Δεκέμβρη του 2010, επισκέπτεται το μεγαλύτερο αδερφό του Andrea στη Modena, όπου σπουδάζει. Ο αδερφός του κι η παρέα του συνηθίζουν να αγωνίζονται σε εβδομαδιαία βάση σε γήπεδο 5Χ5. Η επίσκεψη του Domenico συμπίπτει με τον αγώνα αυτό. Οι δύο ομάδες αριθμούν συνολικά 9 παίκτες, με κάποιο μέλος της παρέας ν’ απουσιάζει. Έτσι ο Καλαβρέζος επιθετικός έχει την ευκαιρία να αγωνιστεί ξανά, έστω και σε επίπεδο αλάνας. Όπως είναι φυσικό, οργιάζει εντός γηπέδου, εκθέτει άτομα μεγαλύτερα από εκείνον και εντυπωσιάζει τους φίλους του αδερφού του. Ένας εξ’ αυτών λέει στον αδελφό του: «Πρέπει να πάμε το Domenico στη Sassuolo». Όπερ κι εγένετο. Ο φίλος του αδερφού του, τού ανοίγει την πόρτα προς το επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Τον προτείνει στο γνωστό του Luciano Carlino, που είναι τρόπον τινά κυνηγός ταλέντων για τη Sassuolo. Εκείνος πείθεται από τα προσόντα του 16χρονου, τότε, Berardi και τον εντάσσει στις ακαδημίες των Neroverdi.

Η έκρηξη. Από τα αλώνια στα σαλόνια, κυριολεκτικά. Από το πουθενά, ο Domenico κατάφερε να γίνει επαγγελματίας. Η πρώτη του χρονιά, ως τέτοιος, ονειρική. Όχι μόνο πραγματοποιεί γεμάτο πρωτάθλημα με 37 συμμετοχές, στη δεύτερη τη τάξει κατηγορία του ιταλικού ποδοσφαίρου, πετυχαίνοντας 11 τέρματα, αλλά η ομάδα του εξασφαλίζει και την άνοδο, πρώτη φορά στην ιστορία της. Με τον ίδιο εκ των πρωταγωνιστών. Το ίδιο σκηνικό στήνεται κι εφέτος. Σε 21 συμμετοχές μετρά 12 τέρματα και 6 ασσίστ. Κάποιες από τις εμφανίσεις του θα ζήλευαν στα ξεκινήματά τους θρύλοι του Campionato. Για τους λάτρες της στατιστικής, ο Berardi χρειάστηκε μόλις 9 παιχνίδια για να σκοράρει 7 τέρματα, ξεπερνώντας τις επιδόσεις των Pato, Del Piero, Balotelli, Vieri, Gilardino και Totti.

Οι στιγμές του ανεπανάληπτες. Στις 3 του περασμένου Νοεμβρίου χαρίζει τεράστιο διπλό στη Sassuolo ενάντια στη Sampdoria μέσα στη Γένοβα, πετυχαίνοντας χατ τρικ, ενώ μια βδομάδα αργότερα αναγκάζει τη Roma σε απώλεια βαθμών στο Olimpico με γκολ, που πετυχαίνει στις καθυστερήσεις της αναμέτρησης. Το καλύτερο το κρατούσε για το νέο έτος, όμως. Σε ματς απέναντι στη μεγάλη Milan, οδηγεί την ομάδα του σε νίκη με 4-3, έχοντας σκοράρει όλα τα τέρματα της, ανατρέποντας σε βάρος της σκορ. Πραγματικά, επίδοση εξωπραγματική. Τον τελευταίο καιρό διάγει περίοδο ντεφορμαρίσματος κι εκνευρισμού, που πηγάζει κι από τη δυσχερή θέση στην οποία έχει περιέλθει η Sassuolo, ούσα στον πάτο της βαθμολογίας. Για να επιβεβαιώσει το συγκεκριμένο ισχυρισμό ήρθε η κόκκινη κάρτα την περασμένη Κυριακή, μετά από 48’’ στο τερέν, η οποία θα του στερήσει τη δράση για 3 αγωνιστικές. Το πάθος ξεχειλίζει, αλλά δεν υπάρχει ακόμη η απαιτούμενη στιβαρότητα στο χαρακτήρα για να κρατήσει τα χαλινάρια. Λογικό, νέος γάρ.

Στα azzurri. Αυτό το αυθεντικό ταλέντο δε θα γινόταν να μην καλείται στους Azzurrini. Είναι διεθνής με την U19 και, εσχάτως, με την U21. Η κατάσταση μοιάζει περίπλοκη όμως. Ο παίκτης δεν καλείται στις μικρές εθνικές ομάδες, λόγω πειθαρχικού παραπτώματος. Η αιτία; Απέφυγε να εμφανιστεί σε αποστολή της U19 τον περασμένο Μάη κι ο Luigi Di Biagio, για λόγους σεβασμού και πειθαρχίας δεν τον περιλαμβάνει στις τελευταίες κλήσεις του. Βέβαια, μετά τα 4 τέρματα στη Milan η τιμωρία διεγράφη διά μαγείας, κίνηση που μαρτυρά τις προθέσεις και τα πλάνα των ιθυνόντων της ομοσπονδίας.

Τα διθυραμβικά σχόλια για τις εμφανίσεις του συνοδεύτηκαν κι από διάφορες διαδικτυακές ψηφοφορίες, με θέμα την κλήση του στην προεπιλογή της Ιταλίας για το Mundial του καλοκαιριού. Οι συμπατριώτες του, τού έδωσαν «ψήφο εμπιστοσύνης», ενώ ο ομοσπονδιακός τεχνικός Cesare Pradelli φέρεται να τον έχει στα υπόψη του.

Η Juventus, ο ρόλος κι οι μνηστήρες. Οι Bianconeri μπορούν να αισθάνονται τυχεροί, αφού με αστραπιαίες κινήσεις προς το τέλος της μεταγραφικής περιόδου του καλοκαιριού κατάφεραν να αποκτήσουν το 50% των δικαιωμάτων του παίκτη έναντι 4,5 εκατομμυρίων ευρώ. Ορισμένοι ισχυρίζονται πώς πέραν του ποσού παραχωρήθηκε στο πλαίσιο της συμφωνίας και το 50% των δικαιωμάτων του Luca Marrone, που κοστολογείται στα 4,5 εκατομμύρια ευρώ επίσης. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τις έσωθεν πληροφορίες, που διαρρέει η Juventus. Απ’ ότι φαίνεται όμως, οι δύο μεταγραφές λειτούργησαν ως κινητήριος μοχλός η μία για την άλλη. Το τελευταίο χρονικό διάστημα, όπως είναι φυσικό, ο μικρός έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον μεγάλων συλλόγων, κυρίως από τη Βρετανία, με τις Chelsea και τις δύο ομάδες του Manchester να φέρονται διατεθειμένες να στρώσουν χαλί από χρήματα στα πόδια του, ξοδεύοντας ένα ποσό κοντά στα 23 εκατομμύρια ευρώ. Αξίζει να σημειωθεί πώς το συμβόλαιό του με τη Sassuolo λήγει τον Ιούνιο του 2015.

Ο ρόλος, που του επιφυλάσσει ο Conte στο roster της επόμενης σεζόν δεν είναι ακόμη απόλυτα ξεκάθαρος. Κατ’ αρχήν, διάθεση της Juventus είναι να τον προσθέσει στο δυναμικό της το καλοκαίρι. Δεύτερον, πολλά θα εξαρτηθούν από τον αγωνιστικό προσανατολισμό, που θα ακολουθηθεί από το καλοκαίρι κι έπειτα. Προφανώς, πρόκειται για την περιβόητη αλλαγή συστήματος, που διαφαίνεται στον ορίζοντα για τους Bianconeri. Από αυτό θα εξαρτηθεί, σε μεγάλο βαθμό, ο ρόλος του παίκτη μέσα στο μικρόκοσμο της ομάδας. Και τρίτον, σημαντική συνιστώσα αποτελεί η τύχη της Sassuolo. Αν δεν καταφέρει να διατηρηθεί στη Serie A, είναι νομοτελειακά σίγουρο ότι θα αναγκαστεί να υποκύψει σε μια λιγότερο συμφέρουσα πρόταση εκ μέρους της Juventus. Σε περίπτωση παραμονής της, έχει το πάνω χέρι και οι οικονομικές της αξιώσεις, ενδεχομένως να αγγίξουν 8ψήφιο αριθμό.

Η υπερέκθεση κι ο κίνδυνος. Στις περιπτώσεις των ταλαντούχων ποδοσφαιριστών, που κάνουν το ξεπέταγμά τους νωρίς, πάντοτε ελοχεύει ο κίνδυνος να πάρουν τα μυαλά τους αέρα. Να ασχολούνται με τα πάντα, εκτός του ποδοσφαίρου. Όπως ο Icardi, για παράδειγμα. Ο Berardi, αντίθετα, έχει δείξει ότι είναι προσγειωμένος και ήπιων τόνων άνθρωπος. Οπότε, προσωπικά εκτιμώ ότι ο κίνδυνος για τον παίκτη δεν προέρχεται από το χώρο του lifestyle.

Βασική πηγή κινδύνου είναι η υπερπροβολή του από τα ΜΜΕ. Συμμερίζομαι τη δίψα των Ιταλών να προβάλλουν τον επόμενο μεγάλο σταρ τους να εκκολάπτεται, αλλά η πίεση που θα δημιουργηθεί για τον παίκτη θα είναι αβάσταχτη. Από τη μια στιγμή στην άλλη θα βρεθεί να κρέμονται όλοι από πάνω του, να δημιουργούνται για τον ίδιο προσδοκίες, χωρίς βάση. Η ζωή του θα μετατραπεί σ’ ένα κακόγουστο reality show, κατά τη διάρκεια του οποίου όλοι, οι σχετικοί και μη με το άθλημα, θα έχουν την απαίτηση να εκκολαφθεί το ταλέντο του στο 110%. Κι εν τέλει, θα μπει στην κατηγορία των διαττόντων αστέρων του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, που ποτέ δεν κατόρθωσαν να εκπληρώσουν όλα όσα περίμενε από ‘κεινους η ποδοσφαιρική κοινή γνώμη.

Εντός των τεσσάρων γραμμών. Βιρτουόζος θα μπορούσε εύκολα να χαρακτηριστεί. Περισσότερο όμως είναι αυτό, που αρέσκονται οι Άγγλοι να καλούν versatile player. Αγωνίζεται με την ίδια ευκολία σ’ όλες τις θέσεις πίσω από τον επιθετικό, αλλά και ως κυνηγός. Η φυσική του θέση είναι στο δεξί άκρο της επίθεσης. Διαθέτει πολύ καλή ντρίμπλα, κίνηση στους χώρους με και χωρίς τη μπάλα, ταχύτητα, γερά πόδια και εκπληκτικό αριστερό σουτ, ενώ η επαφή του με τα δίχτυα, όπως μαρτυρούν τα στατιστικά του είναι εξαιρετική, δεδομένου και του πεδίου δράσης του. Πάνω απ’ όλα όμως ο Berardi διακρίνεται για την ψυχραιμία, που διακατέχει το παιχνίδι του, αρετή που δε βρίσκεις εύκολα σε τόσο νεαρό παίκτη. Είναι ένας εξαιρετικός inside forward με ανάποδο πόδι, που αν δουλευτεί σωστά και μεθοδικά, ίσως να αποτελέσει το πρώτο τέτοιου είδους «προϊόν» της Scuola Italiana.

Συνοψίζοντας, γίνεται αντιληπτό πώς ο Berardi είναι μία από τις ελπίδες των Ιταλών για να ξεβαλτώσει το ποδόσφαιρό τους. Στηρίζουν πολλά στην εξέλιξή του και από ‘δω και στο εξής θα τον έχουν υπό στενή παρακολούθηση. Πράγμα, που ενδεχομένως να προκαλέσει πρόβλημα στον μικρό, καθώς βρίσκεται ακόμη σε στάδιο ωρίμανσης και διαμόρφωσης χαρακτήρα. Κλείνω, με την ελπίδα το πέρασμά του από τη Juventus να του διδάξει πολλά, να τον βελτιώσει στο μέγιστο βαθμό, ώστε και η Εθνική να βρει τον επόμενο μεγάλο παίκτη, που θα τη σηκώσει στις πλάτες του. Μέχρι τότε όμως, έχουμε δρόμο ακόμη. Ας σταυρώσουμε δάκτυλα κι ας «προσευχηθούμε» για το καλύτερο.

Forza!

*Ο τίτλος του κειμένου βασίζεται στη συνωνυμία του Domenico Berardi με το δικό μας Δομίνικο Θεοτοκόπουλο, γνωστό και ως «El Greco».

21/2/14

Μια ιδιόρρυθμη σχέση.


Derby, στην ποδοσφαιρική ορολογία, καλείται κάθε παιχνίδι, στο οποίο τίθενται αντιμέτωπες γειτνιάζουσες ομάδες. Αυτό συμβαίνει, καθότι υπάρχουν προεκτάσεις, κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές. Υπό τη σκέπη, του συγκεκριμένου όρου, μοναδικό πραγματικό derby για τη Juventus είναι εκείνο απέναντι στην Torino. Derby della Mole. Γιατί έτσι όμως; Η αγάπη των Ιταλών για τις ευφάνταστες ονομασίες είναι γνωστή και διάχυτη στην καθημερινότητά τους. Όλα τα ποδοσφαιρικά derby, κλασικά ή μη, έχουν τη δική τους ιδιαίτερη ονομασία. Το τορινέζικο derby, λοιπόν,  πήρε το όνομά του από το landmark της πόλης του Τορίνο, τη Mole Antonelliana. Το πρώτο απ’ όσα έμελλε να ακολουθήσουν διεξήχθη στις 13/1/1907, μόλις 1 μήνα μετά την ίδρυση της Torino. Νικήτρια με 2-1 αναδείχθηκε η Granata. Τα θεμέλια της μεγάλης αυτής αντιπαλότητας είχαν τεθεί.

Η ατάκα που έγινε στερεότυπο. Ανήκει στο Γιάννη Διακογιάννη. Φίλαθλο της Juventus. Ταξίδεψε στο Τορίνο, τη δεκαετία του ’80 για να μεταδώσει ένα ματς Juventus-Παναθηναϊκός. Ο οδηγός ταξί, που τον μετέφερε από το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο ήταν οπαδός της Granata. Στη διάρκεια της μετάδοσης του αγώνα είπε την ατάκα που έμεινε στην ιστορία: «Στο Τορίνο, μέχρι και οι ταξιτζήδες είναι Torino». Η ακούσια γενίκευση του Διακογιάννη, έγινε για την εγχώρια αγγλόφιλη αθλητική δημοσιογραφία η βάση, στην οποία στηρίχθηκε ο ισχυρισμός για τον οπαδικό συσχετισμό στην πόλη του Τορίνο. Τράπηκε σε επιχείρημα-bandiera για όλους όσοι αντιπαθούν, για τους λόγους τους, τη Juventus.

Η οπαδική βάση. Οι προεκτάσεις ενός derby είναι περισσότερες εκτός γηπέδου, παρά μέσα σε αυτό. Η αντιπαλότητα των οπαδών της Juventus και της Torino έλαβε εξ’ αρχής ταξικά χαρακτηριστικά.

Η Torino, στα πρώτα της βήματα, συσπείρωσε γύρω της πλατιές προλεταριακές μάζες της πόλης, όπου το έρεισμά της ήταν και μεγαλύτερο από κάθε άλλη κοινωνική ομάδα. Η έντονη πολιτικοποίηση της κοινωνικής αυτής μερίδας, έδωσε στα τοπικά derby έντονο ταξικό χαρακτήρα, με τις νίκες της Granata να πανηγυρίζονται σαν νίκες ενάντια στην εργασιακή καταπίεση των αφεντικών τους, που βρίσκονταν στην αντίπερα όχθη. Αυτός ήταν ο κανόνας μέχρι τη δεκαετία του ’70, όταν η κοινωνική σύνθεση της οπαδικής βάσης της Torino άλλαξε. Και μαζί της άλλαξε κι η πολιτική της ομάδας, η οποία στράφηκε στην εντοπιότητα της ομάδας και στις παραδόσεις της πόλης.

Από την άλλη, η σύνδεση της Juventus με την οικογένεια Agnelli από το 1923, την έφερε κοντά στις συντηρητικές δυνάμεις της πόλης, με τη δημοφιλία της να είναι μεγάλη στην αστική και βιομηχανική τάξη. Το ακριβώς αντίθετο από εκείνους της Torino. Ο ταξικός διαχωρισμός στις προτιμήσεις των οπαδών παγίωσε την αντίληψη πώς η Juventus είναι η ομάδα της ιταλικής μπουρζουαζίας κι η Torino εκείνη του λαού. Το μεγάλο κύμα εσωτερικής μετανάστευσης από τον ιταλικό νότο στο βορρά, αντέστρεψε πλήρως τα δεδομένα. Τώρα, οι εργοστασιακοί εργάτες - πολλοί απ’ τους εργάζονταν για τη Fiat των Agnelli – ήταν υποστηρικτές της Juventus, λόγω των επιτυχιών της και της προτίμησης, που της δείχνουν οι Ιταλοί του νότου ακόμη και σήμερα.

Η ριζική αλλαγή της κοινωνικής σύνθεσης των οπαδών κι η αντιστροφή των ρόλων των ομάδων, είναι πρωτοφανές στο ιταλικό οπαδικό κίνημα. Άξια αναφοράς είναι η πρωτοπόρα κίνηση των οπαδών της Torino να ιδρύσουν το Gruppo Sostinetori Granata (σ.σ. Σύνδεσμος υποστηρικτών της Granata) το 1950, τον πρώτο οπαδικό σύνδεσμο στα χρονικά του ιταλικού ποδοσφαίρου.

Grande Torino και Grande Juve. Grande Toro σημαίνει: α) Valentino Mazzola και β) ρεκόρ. Πρόκειται για την ομάδα, που καταδυνάστευσε την Ιταλία την επταετία ‘42-‘49, που ισοπέδωσε κάθε έννοια ανταγωνισμού. Κατέχει μέχρι σήμερα το ρεκόρ τερμάτων σε μια σεζόν με 125 σημειωμένα. Μέτρησε 5 κατακτήσεις σε 6 διεξαχθείσες διοργανώσεις, καθώς το 1944-45 δεν έγινε πρωτάθλημα. Η πορεία της «έληξε» άδικα και πρόωρα στη Superga. Όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, θρύλοι περιβάλλουν το μέγα και ανέγγιχτο στις συνειδήσεις όλων. Ο θρύλος λέει πώς όταν η ομάδα έπρεπε να τα δώσει όλα, o φύσει και θέσει ηγέτης της, Valentino Mazzola σήκωνε τα μανίκια του, κάνοντας σήμα στους συμπαίκτες του. Και πάντοτε είχε αποτέλεσμα. Πολλοί πιστεύουν πώς εάν δε συνέβαινε η τραγωδία στη Superga, η Torino κι όχι η Juventus θα ήταν η μεγαλύτερη ιταλική ομάδα. Αυτό θα παραμείνει, ίσως το μεγαλύτερο αναπάντητο ερώτημα του Campionato. Πού μπορούσε να φτάσει αυτή η Torino.

Juventus σημαίνει: α) Scudetto, β) χαμένοι τελικοί, γ) Calciopolis (αρνητικά) και δ) Alessandro Del Piero. Η ομάδα, που έχτισε ο Boniperti και κατέκτησε τον κόσμο, ο Platini κι οι Χρυσές Μπάλες, η τραγωδία του Heysel. Σημείο αναφοράς για τους νεότερους, βέβαια, είναι η Juventus του Lippi, που έσπειρε τον τρόμο στην Ευρώπη για μια τετραετία, με τρεις συνεχόμενους τελικούς κι έναν αποκλεισμό αυτοκτονία στα ημιτελικά το ’99. Θεωρείται ότι έπαιξε μια από τις καλύτερες μπάλες στην ιστορία της Juventus κι όχι άδικα. Είναι η μοναδική μεγάλη ομάδα και τεράστιο brand, που στιγματίστηκε με υποβιβασμό για εξωαγωνιστικούς λόγους. Κι η Σταυροφορία, που στήθηκε ενάντιά της, κάνει ακόμη μεγαλύτερο τον άθλο της επιστροφής της, μετά από μια 6ετία.

Οι μέρες που σταμάτησε ο χρόνος. Οι τραγωδίες ενώνουν και τους πιο μισητούς αντιπάλους. Είναι μια αξιωματική αλήθεια, που διέπει την ανθρώπινη ζωή.

Στις 4/5/1949 επιστρέφοντας από την Πορτογαλία, το αεροπλάνο που μετέφερε την αποστολή της Torino συνετρίβη στο λόφο της Superga. Ο τραγικός απολογισμός 31 νεκροί. 18 παίκτες, ανάμεσά τους κι ο ίδιος ο Mazzola, που μεσολάβησε για τη διοργάνωση του φιλικού, 2 τεχνικοί, 3 μέλη της διοίκησης, το πλήρωμα του αεροπλάνου, 3 δημοσιογράφοι κι ένας μεταφραστής. Μαζί της σκοτώθηκε και το πνεύμα της μεγάλης αυτής ομάδας. Στην κηδεία, που έγινε 2 μέρες μετά το τραγικό γεγονός περευρέθηκαν 500 χιλιάδες άνθρωποι.

Η Juventus βίωσε τη δική της τραγωδία 36 χρόνια μετά, στις 29/5/ 1985. Στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών εκείνης της χρονιάς, θα αγωνίζονταν Juventus και Liverpool, δύο από τις καλύτερες ευρωπαϊκές ομάδες εκείνη την περίοδο. Το αγωνιστικό επισκιάστηκε από την εγκληματική ενέργεια, που έλαβε χώρα στις εξέδρες του γηπέδου Heysel των Βρυξελλών. Οπαδοί της αγγλικής ομάδας παραβίασαν το κιγκλίδωμα, που τους χώριζε από τους οπαδούς της Juventus. Οι δεύτεροι οπισθοχωρώντας προς έναν τοίχο, είτε συνθλίβονται από την πίεση, που ασκείται, είτε πεθαίνουν από ασφυξία. Στη συνέχεια, ο τοίχος καταρρέει υπό το βάρος των χιλιάδων ανθρώπων. Τραγικός απολογισμός 39 νεκροί οπαδοί της «Μεγάλης Κυρίας», μεταξύ των οποίων 32 Ιταλοί, 4 Βέλγοι, 2 Γάλλοι κι ένας Βορειοϊρλανδός, και 600 τραυματίες. Και το πρώτο ευρωπαϊκό τρόπαιο των Bianconeri θα μείνει στην ιστορία ως το «τρόπαιο, που βάφτηκε με το αίμα 39 ανθρώπων».

Μια ανέκδοτη ιστορία. Την 9η προς 10η Ιουλίου 1943, οι Σύμμαχοι εισβάλλουν στη Σικελία αποβιβάζοντας στρατεύματα, με στόχο τη δημιουργία δεύτερου μετώπου στο μαλακό υπογάστριο της συμμαχίας του Άξονα.

Ο Benito Mussolini πέφτει από την εξουσία, μετά το πέρας του Gran Consiglio di Fascismo, που συγκαλείται στις 24 Ιουλίου του 1943. Την εξουσία αναλαμβάνει ο Pietro Badoglio. Μετά τις διαδοχικές συμμαχικές επιτυχίες σε Salerno και Monte Cassino, η Ιταλία ζητά συνθηκολόγηση από τους συμμάχους. Οι Γερμανοί την καταλαμβάνουν ενόπλως και δημιουργούν το κράτος-μαριονέτα, Reppublica Sociale Italiana.

Με τη «Γοτθική Γραμμή» να χωρίζει τη χώρα, σε ελεύθερη και υπό γερμανική κατοχή, με μάχες να λαμβάνουν χώρα, σ’ όλη την έκτασή της, ο κίνδυνος επιστράτευσης των ποδοσφαιριστών, ενόσω διεξαγόταν το πρωτάθλημα, ήταν μεγάλος. Για να αποφευχθεί αυτό το καταστροφικό σενάριο, οι παίκτες της Torino δηλώθηκαν ως εργάτες της Fiat, ιδιοκτησίας του Agnelli και σημαντικής βιομηχανίας για την ιταλική οικονομία. Ο ίδιος ο Agnelli παρείχε τις βεβαιώσεις στην ιταλική κυβέρνηση και με αυτόν τον τρόπο, αποφεύγονται οι κλήσεις στο στρατό για τους παίκτες της Granata. Πράξη, που μπορεί να θεωρηθεί σημείο προσέγγισης για τους δύο συλλόγους. 

Η επαναπροσέγγιση. Στα χρόνια που ακολούθησαν την κατάρρευση σε όλα τα επίπεδα της Torino, οι σχέσεις των δύο συλλόγων, σε διοικητικό επίπεδο, ήταν από ανύπαρκτες έως και αδιάφορες.

Η Granata, την πρώτη δεκαετία του 2000, είχε μετατραπεί σε ομάδα ασανσέρ μεταξύ των δύο πρώτων τη τάξει κατηγοριών του ιταλικού ποδοσφαίρου. Αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία δεν της επέτρεψαν την άνοδο το 2005, ενώ την είχε εξασφαλίσει εντός των 4 γραμμών του γηπέδου. Εκείνη τη χρονιά, αναλαμβάνει τα ηνία της ομάδας ο Urbano Cairo, αποκτώντας το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών, με στόχο την οικονομική ανάσταση πρωτίστως, και δευτερευόντως την αγωνιστική.

Γεγονός, που μάλλον πέρασε στα «ψιλά» από τους διοικούντες τη Juventus, η οποία τότε μεσουρανούσε κι ετοιμαζόταν για το επόμενο βήμα κι εκτός Ιταλίας. Το 2006, χρονιά ορόσημο για το Campionato και την έκρηξη του Calciopolis, η Torino κερδίζει την άνοδο, η Juventus υποβιβάζεται στις δικαστικές αίθουσες και περιέρχεται σε 6ετές τέλμα, λόγω ανυπαρξίας σε όλα τα επίπεδα. Με την ανάληψη της προεδρίας της από τον Andrea Agnelli το Μάιο του 2011, όλα δείχνουν να αλλάζουν.

Οι δύο ομάδες ξεκινούν ένα είδος συνεργασίας και συνεννόησης εκτός γηπέδου, με στόχο τη μετατροπή της πόλης του Torino, σε ποδοσφαιρική μητρόπολη της Ιταλίας. Φιλοδοξία, που εξέφρασε από την πρώτη στιγμή ο Agnelli. Σ’ αυτή την κατεύθυνση η προσπάθεια του Cairo για κατασκευή ιδιόκτητου γηπέδου για την Torino στο οικόπεδο, που στεκόταν άλλοτε αγέρωχο το Stadio Filadelfia, βρήκε έναν ισχυρό σύμμαχο στο πρόσωπο του Agnelli. Για την εξέλιξη του έργου δε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, αλλά η στήριξη του Agnelli στο εγχείρημα αυτό μόνο θετικά μπορεί να γκελάρει στον κόσμο και των δύο ομάδων, δείχνοντας πώς οι σχέσεις τους έχουν περάσει σε άλλη φάση.

Το σημαντικότερο. Οι δύο σύλλογοι, ορκισμένοι εχθροί, έχουν μεταγραφικά πάρε-δώσε, δραστηριότητα που παλαιότερα ήταν απαγορευμένη. Ο Ogbonna πέρασε στην ασπρόμαυρη μεριά του Τορίνο το καλοκαίρι, ο Immobile ακολούθησε το αντίθετο δρομολόγιο. Με το ενδιαφέρον της Juventus για τον Cerci να είναι έντονο, δεν αποκλείεται η la trattativa να συνεχιστεί και το καλοκαίρι. Δείγμα ποδοσφαιρικού πολιτισμού.

Κλείνοντας το κείμενο, οφείλω να δώσω μια εξήγηση τον τίτλο του. Προκύπτει από την αντιφατική σχέση οπαδών και διοικήσεων των δύο ομάδων. Οι οπαδοί δεν έχουν θάψει το τσεκούρι του πολέμου, ενώ οι διοικήσεις μοιράζονται κοινό όραμα για την ποδοσφαιρική ανάπτυξη της πόλης του Τορίνο και συνεργάζονται αγαστά σε όλα τα επίπεδα. Οι τραγωδίες της Superga και του Heysel αποδεικνύουν περίτρανα πώς ο αθλητισμός ενώνει. Juventus και Torino έχουν κάτι κοινό: το οικοδόμημά τους βάφτηκε με το αίμα των ανθρώπων τους. Αυτό δείχνουν να το έχουν αντιληφθεί οι διοικήσεις κι ελπίζω να το αντιληφθούν σύντομα και οι οπαδοί εκατέρωθεν.

Εύχομαι ν’ απολαύσουμε ένα Derby della Mole βγαλμένο από τις δεκαετίες του ’40, του ’80, του ’90. Ένα ντέρμπι που θα ‘χει ολίγη από Mazzola, Piola, Platini, Scirea, Del Piero, Nedved, Buffon, Vidal, Cerci.

Forza!

23/1/14

Δε μπορείς να κερδίσεις τίποτα με «γέρους».*



Αν με ρωτούσε κάποιος τι πιστεύω πώς άλλαξε στο δεύτερο μισό της 1ης δεκαετίας του 2000 στο ποδόσφαιρο, θα απαντούσα ασυζητητί ότι μεγάλη αλλαγή, στροφή 180° έχει σημειωθεί στον τρόπο αντίληψής του. Μετά τη δικαστική νίκη του Bosman και την, επί της ουσίας, διεθνοποίηση του ποδοσφαίρου, καραβιές ξένων πέρασαν τα σύνορα όλων των χωρών, οδηγώντας σε παραγκωνισμό των γηγενών παικτών. Με την άνοδο της ποδοσφαιρικής κυριαρχίας της Barcelona, η κατάσταση αυτή άλλαξε άρδην. Η La Masia, κορωνίδα του αγωνιστικού προφίλ των Καταλανών, έδωσε υπόσταση στο Barca effect. Βασιζόμενοι στο ολλανδικό μοντέλο ανάπτυξης των δικών τους ποδοσφαιριστών, κατόρθωσαν να γκρεμίσουν το μύθο των επί χρήμασι κεκτημένων επιτυχιών και μόνο. Το εναλλακτικό αυτό μοντέλο, από το 2006 κι έπειτα, τείνει να υιοθετήσει ένας διαρκώς αυξανόμενος «όμιλος» συλλογών, κατόπτρων των ποδοσφαιρικών σχολών τους. Πάντα υπάρχει μια φωτεινή εξαίρεση όμως. Στην περίπτωσή μας αυτή είναι η γειτονική μας Ιταλία και το ποδόσφαιρό της.

Τι συμβαίνει πανευρωπαϊκά. Σε μεγάλο κομμάτι της ευρωπαϊκής ηπείρου οι ιθύνοντες των συλλόγων έχουν αντιληφθεί τη στροφή, αναφορικά με τη στελέχωση του έμψυχου δυναμικού των ομάδων, με αποτέλεσμα η «Έμφαση στις ακαδημίες» να τρέπεται σε κοινό τόπο. Τεχνοκρατικά, για να θεωρηθεί ένας παίκτης προϊόν του συλλόγου πρέπει, σύμφωνα με την Uefa, να ανατραφεί από το σύλλογό του για 3 χρόνια μεταξύ των 15 και των 21 ετών. Ο μέσος όρος της συγκεκριμένης κατηγορίας παικτών ανέρχεται πανευρωπαϊκά στο 17,2%. Την πρωτοκαθεδρία διαθέτουν οι Ισπανοί με 25,9% και έπονται οι Γάλλοι (21,1%), οι Άγγλοι – παραδόξως θα πω εγώ – (17,5%) και οι Γερμανοί (14,7%).

Το ισπανικό ποδοσφαιρικό οικοδόμημα είναι μακράν το ευνοϊκότερο για την ανάδειξη ταλέντων. Η εξαιρετική δουλειά, που γίνεται στις  Canteras, σε συνδυασμό με την ύπαρξη δεύτερων ομάδων, που μετέχουν στα εθνικά πρωταθλήματα, δίνουν την ευκαιρία στους νεαρούς παίκτες να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους, συλλέγοντας εμπειρίες. Οι γαλλικοί σύλλογοι, από την άλλη, ανέκαθεν έδιναν ευκαιρίες σε νεαρούς παίκτες, γεγονός που δικαιολογεί το «αποκεντρωμένο» του πρωταθλήματος, αλλά και την καθίζηση σε διασυλλογικό ευρωπαϊκό επίπεδο. Αντλούν ταλέντα από την ανεξάντλητη πηγή των πρώην αποικιών τους, ανανεώνοντας τα ποδοσφαιρικά τους κύτταρα και δημιουργώντας έτσι μια κυκλική παραγωγική διαδικασία. Η μέθοδος των Άγγλων είναι γνωστή. Υφαρπάζουν ταλέντα από Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία, προσφέροντάς τους πλουσιοπάροχα συμβόλαια, αγνοώντας το εγχώριο στοιχείο. Στην παρούσα φάση όμως, άλλο γηγενής, άλλο προϊόν της παραγωγικής διαδικασίας του συλλόγου.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση των Γερμανών. Μετά το ’95, ζούσαν μέρες αφθονίας ξοδεύοντας αλόγιστα χρήματα για την απόκτηση ποδοσφαιριστών. Διακατέχονταν από το σύνδρομο της ξενομανίας. Ευτυχώς για τους ίδιους, δύο πολύ σημαντικά γεγονότα άλλαξαν το ρου της ιστορίας και σήμερα δρέπουν τους καρπούς των, πολύ σημαντικών η αλήθεια είναι, προσπαθειών τους. Πρώτα το στραπάτσο στο Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα του 2000 κι έπειτα η κατάρρευση της Kirchmedia, τηλεοπτικής ναυαρχίδας του ομίλου του, μακαρίτη,  Leo Kirch, που κατείχε τα δικαιώματα της Bundesliga, οδήγησαν τη Γερμανική Ομοσπονδία στον αναστοχασμό και την επαναδιαπραγμάτευση μιας σημαντικής παραμέτρου: «Τι ποδόσφαιρο θέλουμε;». Επέλεξαν, λοιπόν, το δύσκολο δρόμο της δημιουργίας παικτών από τα σπλάχνα των συλλόγων. Εκπόνησαν ένα κεντρικό σχέδιο βάσει του οποίου θα κινούνταν όλοι οι γερμανικοί σύλλογοι, υπό την εποπτεία των τεχνοκρατών της ομοσπονδίας. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά. Τα «Πάντσερ» έχουν αναγεννηθεί, ενώ την περασμένη σεζόν η γερμανική κυριαρχία στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, σε διασυλλογικό επίπεδο, ήταν αδιαμφισβήτητη.

                      


Τι συμβαίνει στην Ιταλία. Οι Ιταλοί,  ιδιοκτήτες, παράγοντες, δημοσιογράφοι δείχνουν να ζουν στο δικό τους, ονειρικά πλασμένο κόσμο. Εκεί όπου όλα δείχνουν στην εντέλεια. Η απώλεια του τέταρτου εισιτηρίου για το Champions League ήταν η πρώτη σφαλιάρα, που τους αφύπνισε μερικώς. Βέβαια, επειδή «ξύπνησαν» καθυστερημένα, έχουν απολέσει το συγκριτικό πλεονέκτημα, που διέθεταν στο ένδοξο παρελθόν. Δεν είναι, πλέον, το Καμπιονάτο πόλος έλξης για τους καλύτερους ποδοσφαιριστές του πλανήτη.

Σε συλλογικό επίπεδο. Τα στατιστικά, που παρέχονται από τους συλλόγους χάριν ερευνών, είναι άκρως αποθαρρυντικά. Στις ηλικίες 15-21, οι Ιταλοί διαθέτουν ένα πενιχρό ποσοστό 7,8%. Το 58% των παικτών, που περνούν από την ιταλική παραγωγική διαδικασία, εγκαταλείπει το ποδόσφαιρο στο άμεσο μέλλον. Πιο δυσοίωνη κάνει την κατάσταση το παρακάτω στατιστικό στοιχείο. Από τους παίκτες, που αγωνίζονταν στις Primavera των συλλόγων της Serie A τη σεζόν 2009-10, μόλις το 5% παίζουν τώρα στη μεγάλη κατηγορία. Το αντίστοιχο ποσοστό για τη Serie B ανέρχεται στο 11%. Και σαν να μη φτάνει αυτό, το 50% των μεταγραφών δεν προέρχονται από την εγχώρια αγορά, αλλά είτε από την ευρωπαϊκή, είτε από μη κοινοτικές (Λατινική Αμερική, Βαλκάνια). Μόνο η Lega Pro μπορεί να θεωρηθεί ότι προάγει το ιταλικό στοιχείο κι επενδύει σ’ αυτό. Βέβαια, πίσω από την ωραιοποιημένη εικόνα κρύβεται το απώτερο κίνητρο των συλλόγων. Η FIGC επιδοτεί τους συλλόγους των ερασιτεχνικών κατηγοριών για κάθε παίκτη κάτω των 22 ετών, που διαθέτουν στο ρόστερ τους. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, όταν κάποιος εξ’ αυτών περάσει το ηλικιακό όριο, αποπέμπεται και πετιέται στον κάλαθο των αχρήστων.

Η πορεία των Azzurri. Ο αντίκτυπος όλων των ανωτέρω επηρεάζει και τη Squadra Azzurra, όπως είναι φυσικό κι επόμενο. Μετά το θρίαμβο στο Mundial του 2006, η μοναδική αναλαμπή της Ιταλίας των 4 παγκόσμιων τίτλων ήταν στο Euro 2012, ελέω Πίρλο κατά βάση. Το Κύπελλο Συνομοσπονδιών δε μπορεί να ληφθεί υπ’ όψιν ως σοβαρό δείγμα γραφής, λόγω της δομής της ίδιας της διοργάνωσης, αλλά και της νοοτροπίας με την οποία την αντιμετώπισαν όλοι οι μετέχοντες, πλην της διοργανώτριας Βραζιλίας.

Οι Azzurrini ακολουθούν πορεία πανομοιότυπη, ενδεχομένως και χειρότερη. Μετά την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος το 2004, τα μοναδικά επιτεύγματα που έχουν να επιδείξουν είναι ο ημιτελικός το 2009 και η δεύτερη θέση το 2013. Κοινός παρονομαστής και στις δύο περιπτώσεις, η έλλειψη ετοιμότητας και παραστάσεων, σε αντίθεση με τους ήδη «ψημένους» αντιπάλους τους.

Τα αίτια της παρακμής.

Εάν θελήσουμε να κατανοήσουμε τους λόγους, για τους οποίους το ιταλικό ποδόσφαιρο βρίσκεται στη συγκεκριμένη κατάσταση, σώφρον είναι να τους κατηγοριοποιήσουμε σε 3 ομάδες: α) τους ενδογενείς παράγοντες, που σχετίζονται με ζητήματα αγωνιστικά κατά βάση, αλλά και νοοτροπίας, β) τους εξωγενείς παράγοντες, που αφορούν τον ξένο αντίκτυπο επάνω στο Campionato και γ) το ζήτημα των οικονομικών πόρων και του απαρχαιωμένου νομικού πλαισίου, στη βάση του ιταλικού ποδοσφαίρου.

Ενδογενείς παράγοντες. Μελετώντας διάφορες έρευνες και εκθέσεις, κατέληξα στην πηγή του προβλήματος. Ρίζα του κακού είναι η νοοτροπία και το αίσθημα υπεροχής των Ιταλών, λόγω της μακράς ποδοσφαιρικής παράδοσης και των επιτυχιών τους. Σαφώς, δεν υπάρχει κάτι το μεμπτό σε αυτό, αλλά στην ποσότητα, στην οποία υπάρχει. Οφείλουν να αντιληφθούν ότι οι αντίπαλοί τους αναπτύσσονται και εξελίσσονται προϊόντος του χρόνου. Κάτι, που εκείνοι αρνούνται πεισματικά να κάνουν. Σημαντικό πρόβλημα, από διαφορετική όμως σκοπιά,  μοιάζει η εμμονική πολιτική της αγοράς «έτοιμων» και «ψημένων» παικτών, ώστε να οικοδομούνται ανταγωνιστικά ρόστερ για το πρωτάθλημα και το Champions League. Με μια υποσημείωση: Η εμπειρία δεν εγγυάται την καταλληλότητα και την ποιότητα. Μοιάζουν παρά ταύτα δέσμιοι ενός συνδρόμου ελληνικού. Του συνδρόμου του άμεσου αποτελέσματος και της αφόρητης πίεσης για επιτυχίες. Ως «παρανυχίδα» του συνδρόμου αυτού, βρίσκει ζωτικό χώρο κι αναπτύσσεται το φαινόμενο της συνιδιοκτησίας. Οι μεγάλες κι όχι μόνο ομάδες, παραχωρούν σε άλλους συλλόγους τους ελπιδοφόρους παίκτες τους για να τους «ψήσουν», έναντι ενός μικρού ανταλλάγματος, που ενυπάρχει στο κόστος της επαναγοράς του παίκτη. Μπορεί να θεωρηθεί ως είδος ανταμοιβής ή μορφή τροφείου.

Γεγονός, που δε μπορεί να παραγνωριστεί είναι η απουσία ενιαίου τακτικού μοντέλου από τις πολύ μικρές ηλικιακές βαθμίδες, έως το «ταβάνι» της πρώτης ομάδας. Αυτό, φυσικά, δε βαραίνει ολοκληρωτικά τους συλλόγους. Ευθύνη φέρουν κι οι προπονητές, οι οποίοι βλέπουν τα τμήματα υποδομής ως σκαλοπάτι ανάδειξης και αυτοπροβολής. Σημαντική παράμετρος, που αποτρέπει την παγίωση ενιαίας πολιτικής στα τακτικά ζητήματα είναι οι εν θερμώ αποφάσεις για αποπομπή του προπονητή. Με τους προπονητές να παρελαύνουν κατά δεκάδες είναι δύσκολη έως ακατόρθωτη η εύρυθμη λειτουργία του συλλόγου. Τελευταίος, αλλά και σημαντικός, τροχός στην άμαξα είναι οι υπερήλικες, ποδοσφαιρικά, θρύλοι των συλλόγων. Λόγω ικανοτήτων, παραγνωρίζουν το γεγονός ότι η ποδοσφαιρική ακμή τους πέρασε ανεπιστρεπτί και αρνούνται πεισματικά να παραμερίσουν για την επόμενη γενιά ποδοσφαιριστών. Η αξία τους και οι επιτυχίες με το σύλλογό τους, συνδυαζόμενες με την παρελθοντολαγνεία των φιλάθλων, δημιουργούν ένα κλίμα ανασφάλειας, έλλειψης πίστης και υπερβολικών απαιτήσεων για την επόμενη φουρνιά ποδοσφαιριστών. Πέφτουν στα βαθιά κι υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, είναι λογικό να καταρρέουν αγωνιστικά, καθότι στο ψυχολογικό κομμάτι βρίσκονται, ακόμη, σε στάδιο ωρίμανσης.

Εξωγενείς παράγοντες. Ουσιαστικά πρόκειται για τον ανταγωνισμό της ελεύθερης αγοράς. Τα τελευταία χρόνια, έχουμε γίνει μάρτυρες, σε πολλές περιπτώσεις, υφαρπαγής παικτών, που στελεχώνουν τις Primavera ομάδων του Campionato, από ομάδες της Premier League κι όχι μόνο. Οι λόγοι που οι νεαροί Ιταλοί ενδίδουν; Δύο βασικοί. Ο πρώτος είναι τα πλουσιοπάροχα συμβόλαια, που τους προσφέρουν οι ομάδες του εξωτερικού και των οποίων η αξία μπορεί να φτάσει έως και πέντε φορές την αξία των αντίστοιχων ιταλικών. Ο δεύτερος είναι οι ευκαιρίες, που θα τους προσφέρουν σε βάθος χρόνου οι νέες τους ομάδες και σε καμιά περίπτωση δε θα ήταν εγγυημένες στην Ιταλία. Τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα, που υπάγονται στην κατηγορία αυτή είναι οι Rossi, Manone Macheda, Petrucci, Fornasier.. Και σίγουρα η αφαίμαξη δε θα σταματήσει εδώ.

Σε αναζήτηση οικονομικών πόρων και νομικών λύσεων. Θα ήταν ψέμα, εάν παράλειπα να αναφέρω την οικονομική κρίση, που μαστίζει τη γειτονική Ιταλία, ως αίτιο για την παρακμή του πρωταθλήματός της. Η κάνουλα στέρεψε, όπως είναι φυσικό, και μαζί με τις πανάκριβες μεταγραφές αστέρων, σταμάτησαν κι οι μεταγραφές ανερχόμενων Ιταλών ποδοσφαιριστών, από μικρότερου βεληνεκούς συλλόγους, στους μεγαλύτερους της χώρας. Κι όλα αυτά, λόγω της υπερκοστολόγησης των ιταλικών εγχώριων προϊόντων. Πασίγνωστο το παράδειγμα του Marco Verratti, ο οποίος χωρίς να αγωνιστεί δευτερόλεπτο στην πρώτη τη τάξει κατηγορία κοστολογούνταν από την Pescara περίπου 12 εκατομμύρια ευρώ. Ποσό απαγορευτικό για οποιοδήποτε ιταλικό κλαμπ. Προβλήματα όμως, υπάρχουν και στο νομικό πλαίσιο, που αφορά τα συμβόλαια των παικτών. Οι νεαροί Ιταλοί απαγορεύεται να υπογράψουν επαγγελματικό συμβόλαιο πριν τα 18 τους έτη, σε αντίθεση με την Ευρώπη, όπου η δυνατότητα υπογραφής υπάρχει από τα 17 ή και από τα 16 έτη. Γίνεται αντιληπτό, πώς το αρτηριοσκληρωτικό νομικό πλαίσιο, που αφορά το ποδόσφαιρο, γίνεται σύμμαχος των ξένων συλλόγων στη λεηλασία των ακαδημιών, ακόμη και μεγάλων ομάδων.

Ο αντίλογος. Για κάθε λόγο, υπάρχει και αντίλογος. Για κάθε επιχείρημα, υπάρχει κι ένα αντεπιχείρημα. Κάλλιστα, μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι το Mundial του 2006, ο τελικός στο Euro του 2012 και η 3η θέση στο Κύπελλο Συνομοσπονδιών, μαζί με τα Champions League της Milan το 2007 και της Inter το 2010, δείχνουν ότι το συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό μοντέλο έχει ακόμη πράγματα να δώσει. Ένα ακόμη πολύ καλό αντεπιχείρημα είναι ότι στην Ιταλία υπάρχει αυστηρότερο φίλτρο αξιολόγησης και πολύ σκληρότερη τακτική παιδεία απ’ ότι στις άλλες σχολές.  Επίσης, η καθίζηση του πρωταθλήματος οφείλεται στη μέτρια ποδοσφαιρική φουρνιά, που αναδεικνύεται τα τελευταία χρόνια και θ’ αποτελέσει τη βάση, μελλοντικά, του ιταλικού ποδοσφαιρικού οικοδομήματος. Τέλος, μια σημαντική παράμετρος, που δε μπορεί να μείνει εκτός συζήτησης, είναι ο αρνητικός αντίκτυπος, που θα έχει σίγουρα η στροφή προς τις ακαδημίες. Ομάδες, οι οποίες βασίζουν την ύπαρξή τους στην ανάδειξη και την πώληση παικτών σε άλλους συλλόγους, θα οδηγηθούν στην παρακμή και τον οικονομικό αφανισμό νομοτελειακά, καθώς δε στηρίζονται σε «μεγάλα πορτοφόλια», αλλά στον ποδοσφαιρικό επιχειρηματισμό. 

Το παράδειγμα της Atalanta. Ο σύλλογος της Λομβαρδίας, που εδρεύει στο Bergamo, βρίσκεται στο υπογάστριο των δύο μεγάλων συλλόγων του Μιλάνο και τους ανταγωνίζεται ευθέως ως προς τη στρατολόγηση ταλαντούχων παικτών για τις ακαδημίες τους. Πρόκειται για υπόδειγμα συλλόγου, που βασίζεται κι αναδεικνύει τα ντόπια και, εν γένει, τα εγχώρια ταλέντα. Λειτουργεί στη λογική, που πρέπει να υποτάσσεται μια ομάδα του βεληνεκούς της. Πρώτα τα εν οίκω, δηλαδή τα ταλέντα των ακαδημιών, κι έπειτα μεταγραφές ποιοτικών ξένων παικτών. Στρατηγική, που της έχει δώσει τη δυνατότητα να μένει στον αφρό, τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με μελέτη της ελβετικής CIES είναι στην κορυφή της κατάταξης στην Ιταλία, αναφορικά με την ανάδειξη ταλέντων, ενώ βρίσκεται και στην 8η θέση παγκοσμίως. Μεταξύ άλλων την καριέρα τους έχουν ξεκινήσει στους Bergamaschi οι Montolivo, Pazzini, Zauri, Cigarini και Gabbiadini αισίως. Παίκτες, που διαγράφουν καλή πορεία στο Campionato τα τελευταία χρόνια.

Η αιμορραγία της Inter. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ομάδας με εξαιρετικά τμήματα υποδομής, τα οποία μένουν όμως αναξιοποίητα. Ίσως το χαρακτηριστικότερο. Τα ταλέντα, που πέρασαν κατά καιρούς από το προπονητικό στο Appiano Gentile, χαρακτηρίζονταν από τους μύστες του ιταλικού ποδοσφαίρου ως τα καλύτερα στη χώρα εκείνη την περίοδο. Εξαιρετικά χαρακτηριστικά, ποιοτικά, σωματοδομικά, «εγκεφαλικά». Η αξιοποίησή τους όμως ήταν και παραμένει μηδαμινή, για χάρη των αγορών. Αγορών, που άλλοτε ήταν πανάκριβες, αλλά στο «σκληρό» σήμερα έχουν μετατραπεί σε αγορές από δεύτερο και τρίτο ράφι. Κάτι φάνηκε να αλλάζει πέρσι, με το Stramaccioni στο τιμόνι, αλλά λόγω της απειρίας του ίδιου και των παικτών του, η νέα αυτή πνοή θάφτηκε κάτω από τη χιονοστιβάδα, που παρέσυρε την Inter και την κατρακύλησε στην 9η θέση. Βέβαια, σε τέτοιες περιπτώσεις, δε μπορείς να ελέγξεις και την εξέλιξη των πραγμάτων. Έτσι, παίκτες, που αποδεσμεύτηκαν από τα μικρά των Nerazzurri, κάνουν σήμερα καριέρα σε ανταγωνιστές τους. Όνομα και επώνυμο: Leonardo Bonucci.

La casa Juve. Οι ακαδημίες της Juventus, όπως παραδόθηκαν από το Moggi, ο τρόπος διάρθρωσής τους σήμερα και η μελλοντική τους προοπτική.


                    



Η περίοδος Moggi. Ο Direttore, εκτός από εξαιρετικός διαπραγματευτής, είχε διαγνώσει και τη μεταστροφή στον τρόπο οργάνωσης των ποδοσφαιρικών συλλόγων, με το βάρος να πέφτει στις ακαδημίες τους μελλοντικά. Εφήρμοσε, λοιπόν, ενιαίο τακτικό μοντέλο στις ακαδημίες την περίοδο 1998-2003, με το Lippi προπονητή της πρώτης ομάδας της Juventus και το Gasperini προπονητή της ομάδας της Primavera. Παράλληλα, επιδόθηκε σ’ ένα τύποις παιδομάζωμα, αγοράζοντας σε μικρή ηλικία τους Chiellini, Criscito, Nocerino, Mirante, Palladino, έτσι ώστε να έχουν το χρόνο και το περιθώριο να προσαρμοστούν τακτικά και πνευματικά στις απαιτήσεις του συλλόγου. Αυτούς θα πλαισίωναν ταλέντα 100% βγαλμένα από τις ακαδημίες της Juve. Δηλαδή, οι Marchisio, De Ceglie και Giovinco. Είναι πασίγνωστη επίσης, η ιστορία με τη φημολογούμενη μεταγραφή του Davids στη Roma. Οι Ρωμαίοι ζήτησαν τον Ολλανδό χαφ από το Moggi κι εκείνος απαίτησε 11 εκατομμύρια ευρώ συν τους Aquilani, De Rossi και DAgostino από τις ακαδημίες τους. Η συμφωνία, βάσει των λεγομένων του πρώην παράγοντα, χάλασε στα μετρητά, που ο ίδιος ζήτησε. Πραγματικός γάτος κι οραματιστής, άσχετα με το ποιόν χαρακτήρα του.

Στο σήμερα με το βλέμμα στο αύριο. Επικεφαλής του youth sector της Juventus είναι οι Fabio Paratici, Giovanni Rossi και Gianluca Pessotto. Τα τμήματα υποδομής της Juventus αποτελούνται από 15 διαφορετικές ομάδες, με ηλικιακά κριτήρια, κι εκτείνονται στο ηλικιακό εύρος μεταξύ 11 και 20 ετών.

Με την απόλυση του Gigi Del Neri, ο γενικός διευθυντής Beppe Marotta αντικατέστησε τους προπονητές των δύο μεγαλύτερων, ηλικιακά, ομάδων με απώτερο στόχο την εναρμόνιση με το σύστημα, που θα εφάρμοζε ο νέος προπονητής της πρώτης ομάδας, Antonio Conte. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι συντελέστηκε μια στροφή στο σύστημα, που εφήρμοσε ο Moggi την περίοδο 1998-2003, με αιχμές του δόρατος τους Lippi και Gasperini. Σήμερα, προπονητής της Primavera είναι ο Andrea Zanchetta, διαδεχόμενος το Marco Baroni, ενώ προπονητής των Berretti είναι ο Fabio Grosso, διαδεχόμενος το Fabrizio Ravanelli.

Για το παρελθόν των υποδομών της Γιουβέντους, δεν υπάρχει αναφορά, καθότι οι παίκτες που αναδείχθηκαν από τις ακαδημίες και έκαναν καριέρα είναι λίγοι στον αριθμό. Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί ότι με την περαίωση των εργασιών για το νέο προπονητικό κέντρο της Continassa, εκείνο του Vinovo θα εκχωρηθεί για αποκλειστική χρήση στη Juventus Youth Academy. Βήμα θετικό αν μη τι άλλο και δείγμα του πόσο ενδιαφέρεται η διοίκηση για τις ακαδημίες του συλλόγου, πλέον.

Η άποψη και η διαπίστωση. Ερωτηθείς επί του θέματος ο αντιπρόεδρος της FIGC, Demetrio Albertini, εξέφρασε την πεποίθηση ότι λύση στο αδιέξοδο θα δώσει η δημιουργία δεύτερων ομάδων, που θα συμμετέχουν κανονικά στα εθνικά πρωταθλήματα, στο πρότυπο της ισπανικής λίγκας. Με τον τρόπο αυτό, θα επιταχυνθεί η πολυπόθητη ποδοσφαιρική ωρίμανση των παικτών, μέσω της συμμετοχής τους σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού.

Η παρακάτω διαπίστωση ανήκει στη σφαίρα της λογικής. Είναι πολύ ευκολότερο να δημιουργήσεις έναν ποδοσφαιριστή με βάση τα στάνταρ, τις σταθερές και τα «θέλω» σου, από το να αγοράσεις έναν παίκτη, ο οποίος ενδέχεται να αντιμετωπίσει προβλήματα προσαρμογής στο νέο περιβάλλον και τις απαιτήσεις του συλλόγου. Με αυτόν τον τρόπο, οδηγείται ο σύλλογος σε αποτυχημένη επένδυση και οικονομική ζημιά. Επιπρόσθετα, στην εποχή της πλήρης εξαγοράς των αξιών από τα χρηματικά αντίτιμα κι ειδικά στο χώρο του ποδοσφαίρου, είναι πολύ σημαντικό να διαθέτεις παίκτες γαλουχημένους με την ιδέα του συλλόγου, που να αντιλαμβάνονται το μέρος όπου βρίσκονται και τι αντιπροσωπεύει η φανέλα που φορούν. Να παίζουν με πάθος και ψυχή.

Κλείνοντας το μακροσκελέστατο αυτό κείμενο, καταλαβαίνω πόσο μεγάλη είναι η ανάγκη για εκ θεμελίων γκρέμισμα κι ανοικοδόμηση σε νέες, σύγχρονες και στέρεες βάσεις, του οικοδομήματος του Ιταλικού ποδοσφαίρου. Ο εκσυγχρονισμός των μεθόδων και των αντιλήψεων όλων των εμπλεκόμενων πλευρών, με την παράλληλη διατήρηση της παράδοσης, της κληρονομιάς και των ιδιαιτεροτήτων της ιταλικής σχολής κρίνονται απαραίτητα. Άλλωστε, αυτά που σε καθιέρωσαν δεν τα αλλάζεις. Μέσα στην παρούσα οικονομική συγκυρία μοιάζει ολοένα και περισσότεροι σύλλογοι να ξυπνούν και να ποντάρουν στα δικά τους παιδιά, ελλείψει πόρων. Ελπίζω κι εύχομαι το γηγενές στοιχείο, που τόσο εκλείπει από τα ιταλικά clubs τα τελευταία χρόνια, να επανέρθει δριμύτερο στο μέλλον, ώστε να ανέβει για ακόμη μια φορά η Squadra Azzurra στην κορυφή του κόσμου. Forza!

*Ο τίτλος του κειμένου είναι παράφραση της περίφημης ρήσης του θρύλου της Λίβερπουλ Alan HansenYou cant win anything with kids”.

13/1/14

Επόμενη στάση: Continassa!




Τι μπορεί να θεωρηθεί όραμα και ποια είναι η υφή του; Πώς εφαρμόζεται στην πράξη; Όραμα είναι ο άξονας, πάνω στον οποίο οικοδομείς το μέλλον σου. Ένα είδος ιδεολογίας. Η Γιουβέντους, με τον Αντρέα Ανιέλι στην κεφαλή, διαθέτει όραμα. Όραμα, που είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της προοπτικής της. Τη χτίζει σταδιακά. Χτίζει με ορίζοντα – ορίζων και όραμα είναι λέξεις συγγενικές – το μέλλον και το βλέμμα στο παρόν. Για να πραγματωθεί η προοπτική και οι απαιτήσεις, που δημιουργεί η ύπαρξή της, απαιτούνται επενδύσεις. Στην παρούσα φάση ενδείκνυται οι επενδύσεις αυτές να είναι εξω-αγωνιστικές.

Δύο μακρόπνοα έργα έμελλε να αλλάξουν το ρου της ιστορίας της Γιουβέντους, στη μετά-Καλτσιόπολις εποχή. Η δημιουργία του προπονητικού κέντρου στο Vinovo, το 2006 και η είσοδος της ομάδας στο Juventus Stadium, το 2011. Έργα – παρακαταθήκη για το μέλλον, από την περίοδο της Τριανδρίας, δεδομένου ότι η έκταση του γηπέδου περιήλθε στην ιδιοκτησία της ομάδας το 2003.

Γνωρίζοντας την πορεία του Ανιέλι, θεωρώ σίγουρο ότι η κληρονομιά αυτή χρησιμεύει ως φάρος για τα μελλοντικά σχέδια, που καταστρώνει για το καλό του συλλόγου. Είμαι βέβαιος ότι η στρατηγική του είναι παρεμφερής, αν όχι ίδια, με εκείνη των Direttori. Κανείς δε μπορεί να πει με σιγουριά, εάν σκοπεύει να αναβιώσει το «Στρατηγικό πλάνο για την αχτύπητη Γιουβέντους». Στην κατεύθυνση αυτή, η διοίκηση, πραγματοποιεί ένα σημαντικό βήμα, αποφασίζοντας τη δημιουργία νέων προπονητικών εγκαταστάσεων, στην Continassa, περιοχή υποβαθμισμένη στα αριστερά του γηπέδου.

Ο Ανιέλι επιχειρεί να αναβιώσει, τμηματικά ή ολοκληρωτικά δε μπορεί κανείς να το ξέρει, το πλάνο της Τριανδρίας. Στην κατεύθυνση αυτή, θέτει το θεμέλιο λίθο, ανακοινώνοντας τη δημιουργία νέων προπονητικών εγκαταστάσεων στην υποβαθμισμένη περιοχή του Τορίνο, ονόματι Continassa.


                         

 
Κωδική ονομασία «Progetto Continassa».  Η παραχωρηθείσα έκταση ονομάστηκε από το δήμο της πόλη του Τορίνο «Juventus Area», με την προοπτική να δημιουργηθεί στο υποβαθμισμένο προάστιο της μητρόπολης η «Πολιτεία της Γιουβέντους», που θα δώσει ανάσα και ιδιαίτερη, ασπρόμαυρη χρεία στο βιομηχανικό ιστό της περιοχής. Η επισημοποίηση της συμφωνίας, μεταξύ των πλευρών έγινε πριν 2 χρόνια, στις 28 Δεκεμβρίου 2012, όταν και έπεσαν οι υπογραφές. Η έκταση πέρασε στην κυριότητα της Γιουβέντους, και τυπικά, την 31η Αυγούστου 2013.

Οι όροι της συμφωνίας. Ο δήμος του Τορίνο και η Γιουβέντους, ήλθαν σε συμφωνία για την παραχώρηση από τον πρώτο, έκτασης 180.000 τ.μ. στη δεύτερη, για 99 χρόνια με αντίτιμο 11,7 εκατομμύρια ευρώ. Η σύμβαση διαθέτει ρήτρα για περαιτέρω επέκταση της συμφωνίας. Επιπρόσθετα, η Γιουβέντους μπορεί να μεταφέρει 5.000 τ.μ., που της ανήκουν, στην περιοχή της Cascina Continassa, όπου οι διοικούντες σκοπεύουν να μεταφέρουν τα γραφεία της ομάδας, από το 2016 κι έπειτα. Η υψηλή κυριότητα της έκτασης παραμένει στο δήμο της πόλης.

Οι χρήσεις της περιοχής. Σύμφωνα, με το δημοσιευθέν πλάνο της διοίκησης, στην περιοχή πρόκειται να ανοικοδομηθούν: α) το νέο προπονητικό κέντρο της πρώτης ομάδας και β) η αίθουσα τύπου, όπου θα παραχωρούνται οι συνεντεύξεις τύπου προπονητών και ποδοσφαιριστών. Αυτά, ως προς το αγωνιστικό σκέλος. Παράλληλα, σχεδιάζεται η δημιουργία εμπορικών καταστημάτων, ξενοδοχείων, εστιατορίων, επιχειρήσεων, διάφορων δραστηριοτήτων με βάση την ψυχαγωγία, όπως επίσης και ιδιωτικές κατοικίες.

Από την πλευρά του, ο δήμος του Τορίνο, που διατηρεί 80.000 τ.μ. στην περιοχή, σκοπεύει να δημιουργήσει πάρκο αναψυχής κι άλλες υποδομές κοινής ωφέλειας, που θα καταστήσουν την περιοχή «πνεύμονα» για του Τορινέζους εκτός του πυρήνα της πόλης τους.

Οι εργασίες πρόκειται να ξεκινήσουν την άνοιξη του 2014, με την περαίωσή τους να ορίζεται σε 1 με 1,5 χρόνο. Το ύψος του κόστους θα φτάσει τα 345 εκατομμύρια ευρώ, με τη Γιουβέντους να συνεισφέρει τα 185 από αυτά, ενώ άλλοι ιδιώτες επενδυτές θα διαθέσουν τα υπολειπόμενα 160 εκατομμύρια.


                            


Ο γίγαντας μπαλαντέρ. Γεγονός, άξιο αναφοράς είναι η σύναψη διμερούς συμφωνίας, ανάμεσα στη Γιουβέντους και το Γερμανικό κολοσσό Bosch, στο περιθώριο της προετοιμασίας για την έναρξη των εργασιών. Η συμφωνία βρίσκει τη γερμανική εταιρία, ως βασικό στρατηγικό σύμμαχο της ομάδας. Της παρέχει τεχνογνωσία αναφορικά με τον προγραμματισμό, την παροχή και τη διαχείριση όλων των εργασιών που απαιτούν ενέργεια, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αναμόρφωσης της υποβαθμισμένης περιοχής της Continassa. Πρόδηλος στόχος, όπως είναι φυσικό, των δύο συνεργαζόμενων πλευρών είναι η όσο το δυνατόν μικρότερη σπατάλη ενέργειας με παράλληλο περιορισμό των εκπομπών ρίπων, στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα. Πρόθεση του συλλόγου, που έγινε φανερός από την οικολογικό σχεδίαση του ίδιου του Juventus Stadium.

Παράπλευρα οφέλη. Τα οφέλη από το έργο πολλαπλά. Πρωτίστως, οικονομικά και αθλητικά, φυσικά. Στο οικονομικό κομμάτι, ο Ανιέλι, σε ανύποπτο χρόνο, δήλωσε πώς στόχος της Γιουβέντους είναι να σπάσει το φράγμα των 350 εκατομμυρίων ετησίως σε έσοδα. Έτσι, θα μπορεί να κοιτά κατάματα τα μεγαθήρια του ευρωπαϊκού χώρου. Μέσω του πρότζεκτ για ολική αναδόμηση της περιοχής της Continassa, τίθεται ο θεμέλιος λίθος για σημαντική ποσοστιαία άνοδο των εσόδων του συλλόγου. Κι αυτό, διότι η Γιουβέντους θα διαθέτει τη μερίδα του λέοντος, στα ποσοστά εκμετάλλευσης των πολυχώρων, που θα δημιουργηθούν. Με απλές κουβέντες, πρόκειται για μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να κλείσει ακόμη περισσότερο η ψαλίδα με τους πλουσιότερους ευρωπαϊκούς συλλόγους. Πρόκειται για ένα βήμα «ανταγωνιστικότητας».

Ο μεγάλος κερδισμένος. Από το νέο προπονητικό, κερδισμένη βγαίνει η βάση της ομάδας. Το φυτώριό της. Με την περαίωση των εργασιών, το προπονητικό κέντρο στο Vinovo «εκχωρείται» για χρήση στα τμήματα υποδομής της Γιουβέντους. Τι σημαίνει στην πράξη αυτό; Μεγαλύτερη ευελιξία στα προγράμματα προπόνησης, περισσότερος χώρος για παιδιά του εξωτερικού στους ξενώνες του προπονητηρίου, άνοδος της ποιότητας δουλειάς. Κατά γενική παραδοχή, η σωστή δουλειά στις υποδομές βασίζεται τόσο στα πρόσωπα που στελεχώνουν το staff, όσο και στις υλικοτεχνικές υποδομές. Για το πρώτο δεν είμαστε βέβαιοι ακόμη, καθότι η δουλειά των υπευθύνων σε τέτοιες περιπτώσεις αποδίδει σε βάθος 5ετίας. Η δεύτερη συνιστώσα θα βελτιωθεί σίγουρα, καθότι όταν παραδοθεί η Continassa, το κέντρο στο Vinovo θα μετρά μόλις 10 χρόνια ζωής. Είναι σύγχρονο και πλήρως εξοπλισμένο, έτοιμο να παράγει, επιτέλους, παίκτες ικανούς να σηκώσουν το βάρος της φανέλας. Παίκτες που θα αποτελέσουν το νέο αίμα στις τάξεις της Γιουβέντους και της Σκουάντρα Ατζούρα.

Κλείνοντας, η «περιττή πολυτέλεια», για πολλούς, της ανοικοδόμησης νέου προπονητικού κέντρου, μοιάζει να έχει μετατραπεί σε βασική αναγκαιότητα από τον Ανιέλι. Και κομμάτι αναπόσπαστο του σχεδίου του για την ολική επαναφορά της Γιουβέντους, σε όλα τα επίπεδα. Για τα οφέλη μπορούμε μονάχα να μιλήσουμε υποθετικά. Το διάστημα, που θα χρειαστεί για την ολοκλήρωση του σημαντικού αυτού σχεδίου, δεν είναι δα και τόσο μεγάλο. Ευελπιστώ λοιπόν, οι υποθέσεις να τραπούν σε ανθηρό παρόν κι ακόμη λαμπρότερο μέλλον.


13/12/13

Ευρώπη, τι δύσκολο πράγμα.


                                                         
«Καλή πορεία μπορούμε να κάνουμε και εμείς και η Μίλαν και η Νάπολι. Δεν ξέρω αν μπορούμε να κατακτήσουμε το Τσάμπιονς Λιγκ, ίσως είναι νωρίς ακόμα για μια ιταλική ομάδα να φτάσει τόσο ψηλά»,
δήλωνε σε ανύποπτο χρόνο ο Αντόνιο Κόντε, εκφράζοντας την απαισιοδοξία του για την ιταλική ευρωπαϊκή προοπτική. Ο αποκαρδιωτικός αποκλεισμός της Γιουβέντους από τη συνέχεια της διοργάνωσης υπογραμμίζει με τα μελανότερα χρώματα τον ισχυρισμό του. Οι ιταλικές ομάδες δε μπορούν να ανταπεξέλθουν στο ψηλότερο επίπεδο, όπως παλιότερα. Παρελθόντι χρόνω. Ο προβληματισμός μου θα αναπτυχθεί συγκριτικά. Το παρελθόν έτος αντιπαραβαλλόμενο με το τρέχον. Η σύζευξή τους θα μας οδηγήσει στο συμπέρασμα. Κρίνω λοιπόν, απαραίτητο ένα μικρό flash back.

Η περσινή αγωνιστική περίοδος θεωρείται πετυχημένη, κατά γενική ομολογία. Κατάκτηση του Supercoppa το καλοκαίρι, δεύτερο συναπτό Scudetto, αποκλεισμός στα ημιτελικά του Coppa Italia, εξαιτίας μιας στραβοκλωτσιάς, αποκλεισμός στα προημιτελικά από την καλύτερη ομάδα της Ευρώπης για την περσινή περίοδο, Μπάγερν Μονάχου.

Εστιάζοντας στο ευρωπαϊκό σκέλος, η πορεία της Γιουβέντους στη σεζόν-επάνοδό της στο Champions League ήταν άκρως θετική. Με παίκτες, που στην πλειοψηφία τους, διέθεταν ελάχιστες εμπειρίες από το κορυφαίο ποδοσφαιρικό επίπεδο, η πρώτη αυτή χρονιά δε θα μπορούσε να είναι κάτι παραπάνω από πειραματική και στοίχημα, σ’ όλη τη διάρκειά της. Ένα συνεχές τεστ αντοχών, σωματικών και ψυχικών. Στους ομίλους, η Γιουβέντους δυσκολεύτηκε, δεόντως, από Τσέλσι και Σαχτάρ Ντόνετσκ. Οι παίκτες του Κόντε στάθηκαν τυχεροί, αλλά και ικανοί, προσπερνώντας τους Άγγλους στο photo-finish του ομίλου. Η κληρωτίδα στάθηκε κάτι παραπάνω από γενναιόδωρη, φέρνοντας στο δρόμο των Μπιανκονέρι τη Σέλτικ στην επόμενη φάση. Λαχείο, που δε θα μπορούσε να μείνει ανεξαργύρωτο. Στην οκτάδα, η γερμανική μηχανή της Μπάγερν Μονάχου, στάθηκε εμπόδιο ανυπέρβλητο. Φανέρωσε τις τακτικές και ποιοτικές αδυναμίες της Γιουβέντους με το σκληρότερο τρόπο, τόνισε την υστέρησή της, συγκριτικά με τα μεγαθήρια του χώρου, έριξε στο ναδίρ την αυτοπεποίθηση παικτών και οπαδών. Συνολικά, επανέφερε την ομάδα στη γη, της έδωσε ένα καλό και χρήσιμο μάθημα.

                           
                                                       
 
Οι 3 πληγές.
Κοινός τόπων όλων για φέτος, ήταν μια καλύτερη πορεία. Με λίγη τύχη, ίσως, η Γιούβε σκαρφάλωνε ψηλότερα. Βασική επιδίωξη να διατηρηθούν τα περσινά κεκτημένα, με παράλληλη βελτίωση της αγωνιστικής εικόνας. Ο όμιλος ήταν ισορροπημένος, απόρροια της ανόδου στο δεύτερο γκρουπ δυναμικότητας. Η ομάδα έδειξε ανήμπορη να υπερβεί το εμπόδιο της Κοπεγχάγης, στη Δανία, και της Γαλατασαράι στο Τορίνο. Επίσης, δεν κατόρθωσε να κεφαλαιοποιήσει τον πόντο, που απέσπασε από τη Ρεάλ Μαδρίτης στο Τορίνο, δεδομένου ότι οι Τούρκοι δέχθηκαν 10 τέρματα από τους Ισπανούς στις 2 μεταξύ τους αναμετρήσεις. Τρία σημεία, που αποδείχθηκαν καταστροφικά για την πορεία των «Μπιανκονέρι» στην Ευρώπη.

Dr. Jekyll και Mr. Hyde. Η διαφορά αγωνιστικής φιλοσοφίας και νοοτροπίας, που παρουσιάζει η Γιουβέντους, από Κυριακή σε Τετάρτη και το αντίστροφο, αγγίζει τα όρια της σχιζοφρένειας. Στις εγχώριες υποχρεώσεις της διαθέτει τον αέρα της καλύτερης ομάδας. Αντίθετα, στα ευρωπαϊκά της παιχνίδια παρουσιάζει φόβο, ανασφάλεια, ηττοπάθεια και επιφυλακτικότητα. Δημιουργήθηκε στο μυαλό μου η εικόνα της συνύπαρξης δύο διαφορετικών ποδοσφαιρικών οργανισμών, στο «σώμα» του ενός. Όπως ακριβώς, συμβαίνει στην ομώνυμη νουβέλα του Robert Louis Stevenson.


Ομολογώ ότι μετά την εκκωφαντική σφαλιάρα από τη Μπάγερν, συντασσόμουν με τους πολέμιους του 3-5-2 και ενστερνιζόμουν τις θέσεις τους, μέχρι κεραίας. Η ολοκλήρωση της φετινής περιπέτειας στο Τσάμπιονς Λιγκ, τόσο νωρίς, καταδεικνύει το πραγματικό πρόβλημα. Το ζήτημα είναι ψυχολογικό. Στην Ιταλία, η εδραίωσή της Γιουβέντους, ως πρωταθλήτριας, έχει άμεση επίδραση στην ψυχολογία των παικτών, αλλά και των αντιπάλων τους. Το να κερδίζεις σε βοηθά να χτίζεις βήμα-βήμα την αυτοπεποίθησή σου, προκαλώντας παράλληλα το σεβασμό και το δέος των αντιπάλων σου. Η ευρωπαϊκή φανέλα της Γιουβέντους έχει ξεθωριάσει, ενώ δείχνει, με την περιπέτεια της ομάδας την περασμένη 6ετία, να έχει χάσει και σε βάρος. Άκρως λυπηρή η διαπίστωση.

Ο μονόδρομος του Europa League. Διαφωνώ κάθετα με τους καταστροφολόγους και όσους ντρέπονται για τον οδυνηρό αποκλεισμό. Στις περισσότερες των περιπτώσεων η ήττα είναι ευεργετικότερη της νίκης. Εάν διαθέτεις αθλητική παιδεία και μπορείς να διαχειρίζεσαι σωστά τις αποτυχίες, την αποδέχεσαι με ψηλά το κεφάλι και προχωράς. Η συμμετοχή στο δεύτερο τη τάξει ευρωπαϊκό θεσμό είναι ευκαιρία για τη Γιούβε. Μοναδική ευκαιρία να μάθει να κερδίζει και στην Ευρώπη. Κατακτώντας μια ευρωπαϊκή κούπα, είναι ένα βήμα εγγύτερα στην επιστροφή και στο ευρωπαϊκό στερέωμα. Αξιωματικά, όταν κερδίζεις, ατσαλώνεσαι σαν ομάδα, αποκτάς μέταλλο, προσθέτεις βάρος στη φανέλα. Σίγουρα, Champions και Europa League δεν είναι μεγέθη συγκρίσιμα. Η ανομβρία της Γιουβέντους είναι μακρά και δε διαθέτει την πολυτέλεια να σνομπάρει το τρόπαιο. Άρα, η μέχρι τέλους πορεία στο Europa League αποτελεί αναγκαιότητα εκ των ουκ άνευ.

Οι υστερούντες. Οι αρνητικοί πρωταγωνιστές της Μεγάλης Κυρίας. Ενώ, ο Γιορέντε, με τα γκολ του ενάντια στη Ρεάλ «κέρδισε» χρόνο, αυτοπεποίθηση και βρήκε φόρμα, το alter ego του στην επίθεση διέγραψε τελείως αντίθετη πορεία. Μιλώ, φυσικά, για τον Τέβες. Ο Απάτσι έχει ξεκινήσει θετικά τη σεζόν, αλλά στην Ευρώπη απέτυχε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. Από κοντά κι ο σταθερά μέτριος έως κακός Μαρκίζιο. Ο Κλαούντιο μοιάζει υπνωτισμένος, χωρίς προσανατολισμό και καθήκοντα στο τερέν, με το αδιάκοπο και συγχρόνως ανούσιο τρέξιμό του, να μην προσφέρει το κάτι παραπάνω. Από ‘κει και πέρα, η αμυντική οργάνωση της ομάδας είναι σίγουρα point to blame. Τελεία. Ιταλική άμυνα, που να παρουσιάζει συμπτώματα αποσύνθεσης και τοποθετήσεις παιδικής χαράς, δε μπορεί να αποκαλεί εαυτόν «άμυνα».Ο βασικός υστερών όμως, δυστυχώς, ήταν η απουσία πάθους και δίψας από μέρους των παικτών. Εκεί κρίθηκε και ο χτεσινός χιονοπόλεμος, με την ενδεκάδα που παρέταξε ο Κόντε να μοιάζει φοβισμένη, την ώρα που οι παίκτες της Γαλατά έτρωγαν σίδερα.

Ο οικονομικός αντίκτυπος. Πέρσι η Γιουβέντους ξεπέρασε κατά 10 εκατομμύρια τα έσοδα της τροπαιούχου Μπάγερν. 65,3 μύρια ευρώ, έναντι 55 των Βαυαρών. Ο πρόωρος φετινός αποκλεισμός ματώνει οικονομικά τα ταμεία της ομάδας. Το ύψος της «χασούρας» αναμένεται να ανέλθει στα 30 εκατομμύρια ευρώ, κατά προσέγγιση. Ποσό διόλου ευκαταφρόνητο σε περίοδο οικονομικής κρίσης στη γείτονα χώρα, αλλά και προσπάθειας οικονομικής ανάκαμψης από μέρους της Γιουβέντους. Το οικονομικό χάσμα μεταξύ των δύο διοργανώσεων της Uefa είναι τεράστιο. Χαρακτηριστικά, ο νικητής του Europa League θα βάλει στα ταμεία του, συνολικά, το ποσό των 10 εκατομμυρίων ευρώ. Στόχος, οικονομικά, είναι η κατάκτησή του, ώστε τα επιπλέον έσοδα να φέρουν τον οικονομικό απολογισμό του 2013-14 σε σημείο ισορροπίας/break even. Εάν επιτευχθεί ο εν λόγω στόχος, είναι πολύ πιθανό να μην επηρεαστεί ο μεταγραφικός σχεδιασμός του καλοκαιριού. Σε διαφορετική περίπτωση, μιλάμε για άλμα προς τα πίσω, όσο και να μας πονά.

Ο μεταγραφικός μποναμάς. Εξ’ ορισμού η μεταγραφική περίοδος του Γενάρη δεν προσφέρεται για σπουδαίες αγορές και πολυδάπανες μεταγραφές. Λίγοι παίκτες, που μπορούν να κάνουν τη διαφορά, είναι διαθέσιμοι. Στη Γιουβέντους, αντιλαμβανόμενοι το παραπάνω αξίωμα, προγραμμάτιζαν μία και μόνο μεταγραφή. Εκείνη του Ράτζα Ναινγκολάν από την Κάλιαρι, με τη μορφή δανεισμού μέχρι το καλοκαίρι και οψιόν αγοράς. Η τροπή, που πήραν τα πράγματα, μετέτρεψε τη συγκεκριμένη κίνηση σε «περιττή πολυτέλεια». Πέραν των αγορών και στο μέτωπο των ανανεώσεων, εκτιμώ ότι δύσκολα θα αλλάξει κάτι. Δηλαδή, ο Πογκμπά θα κληθεί από τη διοίκηση να ανανεώσει, οι συζητήσεις με τον Πίρλο έχουν μετατεθεί για το Φεβρουάριο. Όβερ. Από ‘κει και πέρα, ίσως να πουληθεί κάποιος από τους επιθετικούς, που μοιάζει λιγότερο ευχαριστημένος, ώστε να περιοριστεί η «τρύπα» από τα διαφυγόντα κέρδη. Ασπάζομαι τη δήλωση του Μορένο Τοριτσέλι ότι «Από το Γενάρη η Γιουβέντους πρέπει να προγραμματίσει το μέλλον». Το διάστημα από το Γενάρη μέχρι και το καλοκαίρι του 2014, δικαίως θεωρείται ως το κρισιμότερο χρονικό διάστημα επί ηγεσίας Αντόνιο Κόντε. Είναι σημείο καμπής, που λένε.

Το σοκ και το έξτρα κίνητρο. Κάθε τέτοιος αποκλεισμός σοκάρει την ομάδα, που τον υφίσταται. Το μονοπάτι της αντίδρασης έχει δύο διακλαδώσεις. Το δρόμο της Γιουνάιτεντ και το δρόμο της Τσέλσι. Όπερ μεθερμηνευόμενον εστί, ότι η Γιουβέντους είτε θα επιλέξει να απαξιώσει τη διοργάνωση με τη στάση της, καθώς δε συνάδει με τις επιδιώξεις του συλλόγου, είτε θα πορευτεί κανονικά, απαρέγκλιτα και θα δώσει τα πάντα για πιθανή κατάκτησή της. Ρόλο στην παραπάνω επιλογή, παίζουν οι ορέξεις διοίκησης και προπονητή.

Ο Κόντε έχει μπροστά του μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για ευρωπαϊκό τίτλο. Εκτιμώ πώς δε θα την αφήσει ανεκμετάλλευτη. Με τη σημειολογία να είναι υπέρ του σε συνάρτηση με το χαρακτήρα του ανδρός, αλλά και το γεγονός ότι ο τελικός του Europa League γίνεται στο σπίτι της Μεγάλης Κυρίας, θεωρώ ότι η Γιουβέντους θα χτυπήσει πάση θυσία το τρόπαιο. Το μοναδικό ερωτηματικό είναι ο τρόπος με τον οποίο ο προπονητής θα πεισμώσει τους παίκτες και θα τους δώσει κίνητρο για να καταθέσουν την ψυχή τους στον αγωνιστικό χώρο.

Συνοψίζοντας, όλοι και όλα συγκλίνουν και εστιάζουν στην απογοήτευση, ελέω αποκλεισμού. Ενδεδειγμένη λύση όμως, είναι η διατήρηση της ψυχραιμίας μας. Καμιά ομάδα δεν απέτυχε από το Δεκέμβρη. Η διοίκηση εξέφρασε τη στήριξή της στην ομάδα, μέσω του επικεφαλής της, Αντρέα Ανιέλι. Άλλωστε, ένας νέος αγωνιστικός ορίζοντας ανοίγεται για τη Γιουβέντους. Ας μείνουμε στα θετικά της υπόθεσης κι ας θεωρήσουμε τον αποκλεισμό την αρχή για κάτι καλύτερο, υγιέστερο, δυνατότερο και λαμπρότερο. Το τέλος μιας περιπέτειας, σηματοδοτεί την έναρξη μιας άλλης. Ας συντροφεύσουμε την ομάδα σ’ αυτό το ταξίδι κι αισιοδοξώ ότι θα βρισκόμαστε στην πόλη των Ταύρων, το Μάη. 

5/12/13

Ένας «Νερούντα» για τη Γιούβε.



Κάποτε, ο Πάμπλο Νερούντα έγραφε: «Μείνε στο δρόμο, για σένα έφτασε η νύχτα. Ίσως την ανατολή να ιδωθούμε πάλι». Αυτή η αμφιβολία, που πλανάται στο λόγο του ποιητή, κυριαρχούσε στο αγωνιστικό παρόν της Γιουβέντους καθημερινά, επί 5 συναπτά έτη. Ένας συμπατριώτης του Χιλιανού νομπελίστα, ως από μηχανής θεός αρχαίου ελληνικού δράματος, ήρθε να άρει την αβεβαιότητα αυτή, καθαίροντας παράλληλα το βασανισμένο οπαδικό κοινό της Γιουβέντους.

Δικαιότατα, κατά την ταπεινή μου άποψη, ο Αρτούρο Βιντάλ είναι το πρόσωπο των ημερών στο Τορίνο. Όχι μόνο για το ανδραγάθημά-μισή πρόκριση απέναντι στους Δανούς της Κοπεγχάγης. Όχι μόνο για την προσαρμοστικότητά του σε όποια θέση του ζητηθεί. Η φιγούρα του είναι εκείνη, που κατακτά το «βασίλειο» της Γιουβέντους εν Τορίνω, με επιβλητικότητα, που θα ζήλευε ο κάθε ντόπιος οπαδός/παίκτης των μπιανκονέρι. Μοιάζει η δική του ποδοσφαιρική «Σταυροφορία» να πετυχαίνει το στόχο της, αντίθετα με εκείνη του βασιλιά Αρθούρου, του οποίου το όνομα φέρει ως προσωνύμιο. Βασιλικότερος του βασιλέως.

Από το ποδοσφαιρικό εργαστήριο της Χιλής, οι αναμνήσεις δεν ήταν και οι καλύτερες δυνατές. Από το ανεπιτυχές πέρασμα του Μαρσέλο Σάλας, στην κατάρρευση της μεταγραφής του Κριστιάνο Ρονάλντο, λόγω άρνησης του πρώτου να ενταχθεί στα «Λιοντάρια της Λισαβόνας», σύμφωνα με το Μότζι πάντα, η Γιουβέντους μέτραγε μόνο «πληγές».

Η περίπτωση του Βιντάλ είναι εκ διαμέτρου αντίθετη συγκρινόμενη με εκείνη του Σάλας. Στα 2,5 περίπου χρόνια που αγωνίζεται στο Juventus Stadium, έχει προσφέρει ουκ ολίγα στη Γιουβέντους και στην προσπάθεια αναγέννησης, που λαμβάνει χώρα στο Τορίνο. Καλό θα ήταν βέβαια, να δούμε κατηγοριοποιημένα όλα εκείνα τα στοιχεία, που τον καθιστούν τόσο καίριο για το οικοδόμημα της Μεγάλης Κυρίας.


Εντός των τεσσάρων γραμμών. Χαφ-σκύλος. Δύο λέξεις, που χαρακτηρίζουν το αγωνιστικό του στυλ. Ίσως, είναι ο πληρέστερος μέσος στον κόσμο. Σίγουρα, όχι ο καλύτερος. Είναι τέτοια η πληθώρα αγωνιστικών ρόλων στο χώρο του κέντρου, που η σύγκριση καθίσταται αδύνατη. Το μοναδικό ασφαλές συμπέρασμα, που εξάγεται με άκρα αντικειμενικότητα είναι πώς αποτελεί, αναντίρρητα, την επιτομή του σύγχρονου box to box μέσου. Δίχως υπερβολή, μοιάζει να μην υπάρχει άλλος παίκτης στο ψηλότερο επίπεδο, του οποίου οι αγωνιστικές πτυχές του δεν υστερούν έναντι των καλύτερων της κάθε κατηγορίας. Το ταλέντο του πολύπλευρο. Παίκτη με «εξαγωνικό» ταλέντο, θα τον χαρακτήριζα. Εξαιρετικός στα αμυντικά του καθήκοντα, με ικανότητα να κάνει καίρια και, υπεράνω όλων, καθαρά τάκλιν. Άνετος στο κατέβασμα της μπάλας, με αξιοθαύμαστη τεχνική για το ρόλο του κόφτη στο κέντρο. Ακρίβεια στις μεταβιβάσεις του, που ενδεχομένως θα ζήλευε κι ο συμπαίκτης του Πίρλο. Απίστευτα πνευμόνια. Και τέλος, επιθετικές αρετές, που σπάνια παρουσιάζει αμυντικός μέσος. Όλα αυτά σ’ ένα χαφ, το οποίο αποκτήθηκε από τη Μπάγερ Λεβερκούζεν έναντι 12,5 εκατομμυρίων ευρώ μαζί με τα μπόνους. Πραγματική ληστεία.


Το σημείο τομής. Ήρθαν μαζί, ενδεχομένως να χωρίσουν μετά από 3 χρόνια αγαστής συνεργασίας. Το δίδυμο Πίρλο-Βιντάλ (μεταγραφές του 2011) είναι εκείνο, που οδηγεί εκ του ασφαλούς τη Γιουβέντους στην ανάκτηση του status της. Το μέλλον του Αντρέα στο Τορίνο, δυστυχώς, είναι κάθε άλλο παρά βέβαιο. Από κοινού με το γενικό διευθυντή του συλλόγου, Μαρότα, αποφάσισαν να μετατεθούν οι συζητήσεις της ανανέωσης του συμβολαίου του για το Φλεβάρη του 2014. Πιθανή αποχώρησή του θα σημάνει την αλλαγή της φυσιογνωμίας της ομάδας, αλλά κατά βάση της μεσαίας της γραμμής. Σ’ ένα κέντρο χωρίς Πίρλο, ο «Βασιλιάς Αρθούρος» θα μοιάζει ο απόλυτος ηγέτης. Οι ευθύνες του θα αυξηθούν, οργανωτικά, ενώ θα είναι εκείνος που κατά κύριο λόγο θα κατευθύνει το τέμπο του αγωνιστικού ρυθμού της ομάδας. Καλείται να επιβεβαιώσει σε μεγαλύτερο βαθμό τον ηγετικό χαρακτήρα, που πολλοί του αποδίδουν και αναμφισβήτητα έχει δείξει ότι κατέχει. Μένει να φανεί εάν η επιρροή του σ’ ένα κέντρο περισσότερο δυναμικό και γρήγορο θα είναι τόσο μεγάλη, όσο τη στιγμή που μιλάμε. Κακά τα ψέματα τρέχει για δύο, όντας ο «σωματοφύλακας» του 34χρονου, πλέον, Πίρλο. Μεγάλο αγωνιστικό παράσημο για τον ίδιο.

Το σίριαλ. Προφανώς, πρόκειται για την ανανέωση του συμβολαίου του. Από το Σεπτέμβρη οι συζητήσεις είναι διαρκείς, με την εβδομάδα που διανύουμε να είναι, ευτυχώς, εκείνη που κλείνει θετικά το όλο ζήτημα. Η σημασία της ανανέωσης κι η επιτυχία της διοίκησης διττή. Αφενός, διατηρεί στο δυναμικό της ομάδας έναν παίκτη υπερπολύτιμο, βασικό γρανάζι, αλλά και «μοναδικό» στο ρόλο του. Εξασφαλίζει την αγωνιστική συνέχεια και συνέπεια της ομάδας, με άλλα λόγια. Αφετέρου, η επιτυχής ανανέωση είναι η επιβεβαίωση της ολοκληρωτικής επιστροφής στη ελίτ του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Δε θα τη θεωρούσα «επίδειξη δύναμης», αλλά κατά βάση «επιβεβαίωση δυνατοτήτων, μελλοντικής ευημερίας, προσέλκυση παικτών κλάσης». Ηχηρό μήνυμα όχι μόνο προς την εγχώρια μπουρζουαζία, αλλά κυρίως στην ευρωπαϊκή αγορά. Κρατά το μεγαλύτερο, τη στιγμή που μιλάμε, κόσμημα στο στέμμα της, απευθύνοντας «ανοικτή πρόσκληση» και σε άλλους τεράστιους παίκτες. Το μέγεθος της Γιουβέντους επανέρχεται στο διαμέτρημά του, προ 2006 με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Οι μνηστήρες. Ρεάλ Μαδρίτης και Μπάγερν Μονάχου είναι οι, κατ’ εξακολούθηση ερωτευμένοι, μνηστήρες με το χιλιανό «μηχανάκι». Τον τελευταίο χρονικό διάστημα ενδιαφέρον εκδηλώνουν Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και Μπαρσελόνα. Κοινό στοιχείο; Ο Βιντάλ θα χώραγε στο κέντρο και των τεσσάρων. Με την ανανέωση του συμβολαίου του, αλλά και τις δηλώσεις, που την ακολούθησαν,  θεωρώ απίθανο ο παίκτης να πιέσει για μεταγραφή. Οι πιθανότητες απόκτησής του, λοιπόν, περιορίζονται δραματικά ή, ακόμη πιο γλαφυρά, εκμηδενίζονται. Η Γιουβέντους διαθέτει έναν παίκτη, που κάποιες από τις σπουδαιότερες ευρωπαϊκές ομάδες, θα ήθελαν να έχουν στη «δούλεψή» τους. Υπάρχει συμβολικότερος τρόπος για να δείξουν εκεί στη διοίκηση ότι η Γιουβέντους επέστρεψε στο προσκήνιο; Αμφιβάλλω.

Εκτός γηπέδου. Η εμφάνισή του προσιδιάζει σε αυτό, που στην Ελλάδα λέμε «Κάγκουρας του κερατά». Περιέργως, τόσο εντός, όσο και εκτός αγωνιστικών χώρων δεν έχει δώσει δικαιώματα και τροφή για συζήτηση. Οικογενειάρχης, πατέρας και κατά βάση σπιτόγατος. Υπόδειγμα επαγγελματία. Παρότι, Χιλιανός – η αποστροφή των Χιλιανών ιθαγενών για το δυτικό πολιτισμό των λευκών είναι αξιοπρόσεκτη ακόμη και σήμερα – το ταπεραμέντο κι η ιδιοσυγκρασία του είναι άκρως μεσογειακά. Μ’ αυτό το «όπλο» κέρδισε πάραυτα την κερκίδα των οργανωμένων, σε σημείο να θεωρείται, όχι άδικα, από τα αγαπημένα παιδιά της Curva. Κι εκείνος από τη μεριά του όμως, δείχνει να έχει δεθεί με το σύλλογο, τον κόσμο, τη φανέλα. Τα τατουάζ του με τα 3 αστέρια, τους αριθμούς «30» και «31» μαρτυρούν τον ισχυρό δεσμό, που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα σε όλες τις πλευρές.

Συνοψίζοντας, οφείλω να παραδεχτώ πώς οι επιδόσεις του Χιλιανού παικταρά με έχουν αφήσει άφωνο. Η πολυπλοκότητα του ρόλου, που του έχει ανατεθεί, αλλά κι ο μεστός τρόπος, με τον οποίο ανταπεξέρχεται στα καθήκοντά του, τον κάνουν αναντικατάστατο για τη Γιουβέντους του Αντόνιο Κόντε. Με τα χαρακτηριστικά του να κυμαίνονται μεταξύ Έντγκαρ Ντάβιντς και Πατρίκ Βιειρά, ήταν αναπόφευκτο να κάνει το «μπαμ». Τολμώ να πω ότι ο Βιντάλ θα ήταν βασικό γρανάζι της Γιουβέντους του Φάμπιο Καπέλο. Το μέταλλο πρωταθλητή κι η μαχητικότητά του, με κάνουν να πιστεύω ότι εύκολα μπορεί να γίνει ο Capitano Futuro της ομάδας, πάνω ακόμη κι από το Μαρκίζιο. Αν δεν είναι, λοιπόν,  ο Αρτούρο Βιντάλ ο ποδοσφαιρικός «Πάμπλο Νερούντα» της Χιλής, εν έτει 2013, τότε ποιος είναι; 


22/11/13

Μια εικόνα του παρόντος, παράδειγμα για το μέλλον.






Το δεύτερο μισό της πρώτης δεκαετίας του 2000 δεν εξελίχθηκε, όπως θα περίμεναν οι Ιταλοί για το ποδόσφαιρό τους. Ένα ποδόσφαιρο που το 2003 είχε δώσει τον πρώτο εγχώριο εμφύλιο σε τελικό Τσάμπιονς Λιγκ, ένα ποδόσφαιρο που βρισκόταν σε πλήρη ακμή από το 2001 κι έπειτα, με δαπανηρές μεταγραφές, τους μεγαλύτερους παίκτες του κόσμου να καταλήγουν στο Καμπιονάτο και γενικότερα ένα αίσθημα υπεροχής, έναντι των παραδοσιακών του αντιπάλων. Όλα αυτά έμελλε όμως να ανατραπούν. Γιατί, όπως φάνηκε στη συνέχεια, όλη αυτή η ευημερία ήταν απόλυτα πλασματική και προσωρινή. Μια φούσκα, που αργά ή γρήγορα θα έσκαγε και θα έφερνε στην επιφάνεια τα πραγματικά προβλήματα του ποδοσφαίρου της γειτονικής χώρας.  Προφανώς, η κρίση δεν ξεκίνησε το 2006. Το ιταλικό ποδόσφαιρο βρισκόταν σε μια ελεγχόμενη κρίση από τους μεγαλοπαράγοντές του από τις αρχές του 2000 τουλάχιστον. Το 2006 απλά έγινε το μεγάλο μπαμ, που νομοτελειακά θα συνέβαινε κάποτε. Και παρόλη, την κατάκτηση του Μουντιάλ από τη Σκουάντρα Ατζούρα το ίδιο καλοκαίρι σε εθνικό επίπεδο, αλλά και των 2 Τσάμπιονς Λιγκ από τη Μίλαν το 2007 και την Ίντερ το 2010, η κατάσταση, όχι μόνο δεν αναστράφηκε, αλλά κατέληξε σε επιδείνωση των πραγμάτων.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή όμως, κι ειδικότερα από το γεγονός, ή μάλλον τη σειρά από γεγονότα, που πολλοί χαρακτηρίζουν ορόσημο για την κατρακύλα του
Calcio σε όλα τα επίπεδα, που ακολούθησε. Το σκάνδαλο Calciopolis. Η ιστορία είναι λίγο ως πολύ γνωστή. Υποβιβασμός της Γιουβέντους στη Serie B, αφαίρεση των δύο τελευταίων Scudetti, αφαίρεση 9 βαθμών από το νέο πρωτάθλημα, αφαίρεση 17 βαθμών από τη Μίλαν και αφαίρεση βαθμών από τις Φιορεντίνα, Λάτσιο και Ρετζίνα, οι οποίες, υποτίθεται, ότι κρίθηκαν ένοχες σε δίκες παρωδίες. Το σημείο εστίασης, φυσικά, δεν είναι η καθεαυτό τιμωρία όσων κρίθηκαν ένοχοι, αλλά η επιβολή ποινών, οι οποίες χτυπούσαν τα συμφέροντα των ομάδων, τόσο όσο ήταν αρκετό στην Ίντερ του Μοράτι να ανοίξει την ψαλίδα από τους ανταγωνιστές της. Μια Ίντερ, η οποία είχε τα χρήματα, αλλά όπως λέμε και για τις επιχειρήσεις, υστερούσε σε «τεχνογνωσία» έναντι των βασικών ανταγωνιστών της.

Η Ίντερ κατόρθωσε να ανοίξει τη διαφορά ποιότητας και δυναμικότητας από τους βασικούς της ανταγωνιστές. Κι είναι εύλογο. Εκμεταλλεύτηκε προς όφελός της τη συγκεκριμένη κατάσταση, η οποία βέβαια είχε αρνητικά αποτελέσματα για το Καμπιονάτο μεσοπρόθεσμα. Η πρώτη συνέπεια, ήταν φυσικά η μείωση του ανταγωνισμού για τα σκήπτρα του πρωταθλητή. Κανένα πρόβλημα για τον δυνατό της υπόθεσης. Αλλά, η συγκεκριμένη συνιστώσα, οδήγησε σε μια αλυσιδωτή αντίδραση. Συνέπεια της έλλειψης ανταγωνισμού ήταν η μείωση του αριθμού των δυνατών παιχνιδιών, που καθηλώνουν το θεατή. Κι όλο αυτό, είχε αντίκτυπο στο επόμενο τηλεοπτικό συμβόλαιο, το οποίο είχε, σαφώς, λιγότερα χρήματα να προσφέρει στο Καμπιονάτο, απ’ ότι στην Πρέμιερ Λιγκ, ή στην Πριμέρα, για παράδειγμα. Επιπλέον, οι χορηγοί βλέποντας το προϊόν που χρηματοδοτούσαν, να ατροφεί και να αποδυναμώνεται ραγδαία, απέσυραν τις χορηγίες. Έτσι, φτάνουμε σε έλλειψη χρήματος για μεταγραφές. Ή μάλλον αρκετού χρήματος για να παραμένουν οι ομάδες ανταγωνιστικές, απέναντι στις αντίστοιχες ευρωπαϊκές.

Δεύτερη συνέπεια, είναι η μείωση της αξιοπιστίας του πρωταθλήματος, η εικόνα της ασυδοσίας και της διαφθοράς που βασιλεύει. Όχι, ότι είναι κάτι το οποίο δεν αληθεύει. Απλά, διογκώνεται διαρκώς σαν μπαλόνι, από τα ΜΜΕ, χωρίς να συντρέχει ιδιαίτερος λόγος και χωρίς να συμβαίνει κάτι το διαφορετικό και πιο παράνομο απ’ ότι στα υπόλοιπα μεγάλα πρωταθλήματα. Βέβαια, είναι αξιοπρόσεκτη και η νοχελικότητα των παραγόντων των ομάδων, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται να προστατεύσουν το προϊόν τους. Όχι, να κρύψουν τα προβλήματα κάτω από το χαλί, αλλά να σφίξουν τα χαλινάρια σε όλα τα επίπεδα. Όλη αυτή η κατάσταση καταλήγει στο εξής λογικό επακόλουθο. Στην απώθηση των παικτών κλάσης σε άλλα πρωταθλήματα και τη μείωση της ψαλίδας, αναφορικά με την ποιότητα, προς τα κάτω.

Το Καμπιονάτο εκπίπτει, λοιπόν, σε οικονομικό επίπεδο λόγω Calciopolis, και σε αγωνιστικό επίπεδο, λόγω των συνεπειών του
Calciopolis. Αντιλαμβανόμαστε, ότι το συγκεκριμένο σκάνδαλο δεν ήταν μέσο αυτοκάθαρσης του οχετού του Ιταλικού ποδοσφαίρου, αλλά το όπλο μιας ομάδας να αποδυναμώσει, με πρόφαση και σύμμαχο τη «δικαιοσύνη», τους βασικούς της ανταγωνιστές προς ίδιον όφελος. Το οποίο γύρισε εναντίον της λίγα χρόνια μετά, γιατί το οικοδόμημά της βασισμένο σε σαθρά θεμέλια, συμπαρασύρθηκε από τη γενικότερη κατάσταση του ιταλικού ποδοσφαίρου.
Ένα άλλο πρόβλημα που αναδύθηκε, ιδιαίτερα μετά το
Calciopolis, αλλά και νωρίτερα, όπως δηλώνουν τα γεγονότα, είναι η ιδιαιτερότητα στο «τρέξιμο» της ομάδας επιχείρησης. Δηλαδή, κατά μήκος της ιταλικής χερσονήσου, οι ομάδες βασίζονταν στο εξής σύστημα. Όσα βάλει ο πρόεδρος, όποτε γουστάρει ο πρόεδρος. Με τη συγκεκριμένη κατάσταση να είναι πιο επίκαιρη από ποτέ, καθώς αυτό πληρώνει τώρα η Μίλαν, αυτό πλήρωνε μέχρι και φέτος η Φιορεντίνα. Ο συγκεκριμένος τρόπος χρηματοδότησης προκαλεί πολύπλευρα προβλήματα. Κατ’ αρχήν, δημιουργεί κάθε χρόνο χρέη, λόγω των ελλειμματικών προϋπολογισμών, τα οποία καλείται να καλύψει από την τσέπη του ο ιδιοκτήτης. Ο οποίος πολλές φορές δεν έχει, πλέον, τη διάθεση να το κάνει. Παράδειγμα, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, εφέτος. Επιπλέον, με τον τρόπο αυτό, τίθεται εν αμφιβόλω το μέλλον, η βιωσιμότητα, αλλά και η ανταγωνιστικότητα του συλλόγου. Ο πρόεδρος καταλήγει να σημαίνει περισσότερα για τους οπαδούς, απ’ ότι η ομάδα τους. Μοιάζει με μια ιδιότυπη κατάσταση ομηρίας. Και τελικά, δεν μπορεί να περάσει τα οικονομικά τεστ της Ουέφα, σύμφωνα με τις επιταγές των τελευταίων ηθών και εθίμων που εισήγαγε ο κ.Πλατινί. Ομάδες-εταιρείες, οι οποίες μόνο σαν εταιρείες δεν λειτουργούν.

Παράλληλα με το
Calciopolis, συνέπεσε και η ανάληψη καίριων διοικητικών πόστων σε ομοσπονδία και ομάδες από ανθρώπους, οι οποίοι δεν έχουν το ειδικό βάρος και τη δυναμικότητα των προκατόχων τους. Ορισμένοι καρατομήθηκαν και τιμωρήθηκαν, λόγω του σκανδάλου (Μότζι-Μπετέγκα-Τζιράουντο), ενώ άλλοι αποχώρησαν από το προσκήνιο, λόγω λήξης θητείας τους. Δε μιλάμε μόνο για τη Γιουβέντους φυσικά, η οποία αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της πρωτόγνωρης συστολής λόγω του σκανδάλου, αλλά γενικότερα για το ιταλικό ποδόσφαιρο, μιας και ο πρόεδρος της FIGC αποχώρησε επίσης, και τον διαδέχτηκε ο Αμπέτε. Σαν να μην έφτανε αυτό, στην αποχώρηση σημαντικών ανθρώπων, για συλλόγους και ομοσπονδία, ήρθε να «κουμπώσει» η ανάληψη των «ορφανών», πλέον, θέσεων από ανθρώπους, είτε ακατάλληλους, όπως ο Ζαν Κλώντ Μπλαν, που ένας θεός ξέρει πώς ανέλαβε πόστο στη Γιουβέντους μετά-Calciopolis, φτάνοντας να γίνει και πρόεδρος, είτε υποδεέστερους και εύκολα χειραγωγίσιμους, όπως ο Τζιανκάρλο Αμπέτε. Το λάθος άτομο, στη λάθος θέση, στη λάθος εποχή. Το ίδιο «σκοτεινή» περίοδος υπήρξε και συνεχίζει να είναι και για την ιταλική διαιτησία, η εποχή, της οποίας η αρχή σηματοδοτήθηκε από το σκάνδαλο και βιώνει η Ιταλία τις συνέπειές, ακόμη και σήμερα. Μετά τον Κολίνα το χάος. Άντε, ίσως, ο Ροσέτι να στάθηκε στο ύψος των συναδέλφων του τού εξωτερικού. Γενικώς, όμως, η ποιότητα των διαιτητών έχει πέσει αισθητά, με αποκορύφωμα τις διαιτησίες των τελευταίων ετών, όταν το πρωτάθλημα διεκδικούν δύο ή περισσότερες ομάδες, για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Για να μην πλατειάζω, θεωρώ πώς τα παραπάνω έχουν οδηγήσει στο εξής σημαντικό: την έλλειψη οράματος για έξοδο από το διαρκές τέλμα, αλλά και την ενδεικτική για Ιταλικούς συλλόγους, κακή διαχείριση καταστάσεων. Η ομοσπονδία, ειδικότερα, έχει χάσει εντελώς την αίγλη και την επιρροή της τόσο, που καταντά διακοσμητικό όργανο. Οι τεχνικοί διευθυντές είναι το ίδιο χαμηλής ποιότητας, μη μπορώντας να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των μεγάλων συλλόγων της χώρας. Οι διαιτητές από την άλλη, μοιάζουν επιπέδου τοπικών κατηγοριών, δεν αντέχουν το βάρος των παιχνιδιών και επιδίδονται διαρκώς σε άκρως προκλητικές διαιτησίες, με μόνο στόχο την υπέρ-προβολή τους.

Μεγάλη κουβέντα και πολλά μπορούν να ειπωθούν για την επόμενη συνιστώσα που θα αναλυθεί: το γήπεδο στην Ιταλία. Εγκατάλειψη και δεκαετία του ’80. Έτσι θα μπορούσε να περιγράψει κάποιος, απλά και συνοπτικά την εικόνα των ιταλικών ποδοσφαιρικών γηπέδων. Η πηγή του προβλήματος είναι το γεγονός, ότι τα γήπεδα στη γείτονα χώρα παραμένουν δημοτικά, ήτοι περιλαμβάνονται στην κρατική περιουσία. Δηλαδή, οι πρόεδροι των ομάδων, δε μπορούν να κάνουν τις παρεμβάσεις που απαιτούνται για να διατηρηθούν, αφενός, τα γήπεδα σε ένα καλό επίπεδο και αφετέρου, να παραμείνουν
up to date, καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται διαρκώς και με ταχείς ρυθμούς. Το βασικότερο πρόβλημα που προκαλείται, από τη μη ύπαρξη ιδιόκτητων γηπέδων, είναι τα γήπεδα να γίνονται ακατάλληλα, ακόμη και για τους ίδιους τους οπαδούς, στερώντας από την ομάδα ένα σημαντικό έσοδο. Επίσης, το σύστημα υπόγειας θέρμανσης του γηπέδου (απαραίτητο για όλα τα γήπεδα τουλάχιστον του βορρά, αφού στην Ιταλία ο χειμώνας φέρνει και τα «δώρα» του), διατίθεται μόνο στα μεγάλα γήπεδα της χώρας, πχ Σαν Σίρο, Ολίμπικο. Και για να μιλήσουμε με απτά γεγονότα, χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Κάλιαρι, ο πρόεδρος της οποίας, Τσελίνο, είναι στα μαχαίρια με το δήμαρχο της πόλης και συχνά πυκνά, ως ιδιότροπος το λιγότερο, αποφασίζει ετσιθελικά, είτε να παίξει η ομάδα του στην άλλη άκρη της χώρας (η Γιουβέντους στις δύο τελευταίες αναμετρήσεις της με τους Σαρδήνιους έχει αγωνιστεί στην Τεργέστη και στην Πάρμα), είτε να ανοίξει τις κερκίδες, ενώ εκείνες δεν ήταν ασφαλείς (έχασε το συγκεκριμένο ματς με αντίπαλο τη Ρόμα 0-3 στα χαρτιά). Για εμπορικές χρήσεις ούτε λόγος. Άλλωστε, και το marketing είναι πολύ πίσω στους ιταλικούς συλλόγους, σε σχέση με τους κύριους και παραδοσιακούς αντιπάλους τους, από το εξωτερικό. Ποιο λοιπόν το αποτέλεσμα όλων αυτών; Μα φυσικά, ο παράγοντας γήπεδο, αντί να τονώνει και να δίνει ώθηση στην ομάδα, της οποίας και είναι έδρα, λειτουργεί σαν τροχοπέδη, ανασταλτικά, ελαχιστοποιώντας τα έσοδα των συλλόγων. Παράλληλα, επιτρέπει στην κουλτούρα του «γηπέδου της Κυριακής», αναχρονιστική όσο δεν πάει, να διατηρείται ζωντανή, ενώ οι σύγχρονες ανάγκες επιτάσσουν τον οπαδό, όχι μόνο οπαδό, αλλά, βασικά, πελάτη σε καθημερινή βάση για την ομάδα και το γήπεδό της. Ιδιαίτερα ακανθώδες το ζήτημα, ακόμη δυσκολότερη η λύση του μελλοντικά.

 Επόμενη ενότητα. Φάκελος Ιταλοί προπονητές. Ξεκινάμε με τη σταθερά. Οι μεγάλοι Ιταλοί προπονητές εργάζονται στο εξωτερικό. Ο Λίπι στην Γκουανγκζού Εβεργκράντε, ο Καπέλο είναι πλέον ομοσπονδιακός τεχνικός της Ρωσίας, ο Αντσελότι διαχειρίζεται το πανάκριβο ρόστερ της Παρί κι ο Σπαλέτι σηκώνει κούπες στην Αγία Πετρούπολη. Αυτός ο παράγοντας, ο οποίος είναι άμεσο επακόλουθο των προηγούμενων ζητούμενων, συντελεί στην πτώση της ποιότητας των προπονητών στη
Serie A. Αλυσιδωτά, αυτό με τη σειρά του δίνει την ευκαιρία σε αμφίβολης ποιότητας προπονητές να ανέλθουν σε πάγκους, τους οποίους πριν λίγα χρόνια δε θα έβλεπαν ούτε με κιάλια (βλέπε Αλέγκρι), ενώ συχνά πυκνά έχουμε περιπτώσεις ομάδων, οι οποίες έχοντας περιέλθει σε αγωνιστικό αδιέξοδο, απευθύνονται σε άπειρους προπονητές (βλέπε Στραματσιόνι). Έτσι, καταλήγουμε στην αδυναμία ορισμένων από αυτούς να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις που έχουν δημιουργηθεί για το πρόσωπό τους, απολύονται, και η μόνη ζημιωμένη είναι η ομάδα, η οποία βρίσκεται διαρκώς σε μια αγωνιστική αβεβαιότητα, ενώ δεν υπάρχουν και τα απαιτούμενα χρονικά περιθώρια για να αναδειχθεί το έργο του προπονητή και η ποιότητα των ποδοσφαιριστών. Με μπόνους φυσικά, το εκρηκτικό ταπεραμέντο αρκετών προέδρων συλλόγων της πρώτης ταχύτητας της χώρας, όπως ο Τζαμπαρίνι της Παλέρμο, ο Πρετσιόζι της Τζένοα, που αλλάζουν προπονητές πιο συχνά κι από τις κάλτσες τους.

 Αν μη τι άλλο, τεράστιο πρόβλημα για το ιταλικό ποδόσφαιρο αποτελεί και η προέκταση του παραπάνω ζητήματος, το τρίπτυχο «Παίκτες-Ακαδημίες-Σκάουτινγκ». Κατ’ αρχήν, όπως και στη χώρα μας, στην Ιταλία καταφτάνουν καραβιές παικτών αμφίβολης ποιότητας, από τους οποίους μερικοί μπορούν να αποδειχθούν λαχεία, ενώ οι περισσότεροι καταλήγουν είτε δανεικοί, σε κάποια μικρομεσαία ομάδα του εξωτερικού, είτε με συνιδιοκτησία, σε ομάδες μικρότερων κατηγοριών. Πεταμένα λεφτά. Συν τοις άλλοις, υπάρχει η εξής ιδιομορφία. Παίκτες τεράστιας κλάσης δεν αντιλαμβάνονται, πως δε γίνεται να παίζουν για πάντα, ότι πλησιάζουν στο αγωνιστικό τους τέλος, «τρώγοντας» τη θέση κάποιου νεότερου. Έτσι, έχει γεμίσει η Ιταλία σε μήκος και πλάτος, με παίκτες που έχουν μεν τα προσόντα, ακούγονταν έντονα ως οι επόμενοι μεγάλοι παίκτες, αλλά δεν πήραν ποτέ την ευκαιρία τους, έμειναν στάσιμοι και τώρα βολοδέρνουν, μη μπορώντας να ανταποκριθούν στους μεγάλους συλλόγους. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που παίζει ρόλο στο «κάψιμο» των ποδοσφαιριστών αυτών, είναι η ελλιπής δουλειά στις ακαδημίες.  Και λέγοντας δουλειά, εννοούμε την προσοχή που δίνεται στην ανάπτυξη του μικρού. Όχι μόνον στην ποδοσφαιρική του κατάρτιση, αλλά κυρίως, στην πνευματική, στην ψυχική. Το ταλέντο δε λείπει, αλλά δε συνοδεύεται από τον κατάλληλο χαρακτήρα. Άλλοι παίκτες χάνονται από μικροί, επειδή πήραν τα μυαλά τους αέρα, ενώ άλλοι επειδή δε μπορούν να αντέξουν το βάρος. Προφανώς, ελλιπής είναι και η κατάρτιση των παικτών σε εφόδια ποδοσφαιρικής φύσεως, όπως η κατάλληλη αντοχή, η αντίληψη των καθηκόντων της θέσεως, η κατάλληλη κατανομή των σωματικών δυνάμεων μέσα στη διάρκεια ενός αγώνα. Εδώ, πρέπει να συγχαρούμε την ομάδα της Ίντερ, η οποία κατά γενική ομολογία διαθέτει τις καλύτερες ακαδημίες στη χώρα, με πολλούς ταλαντούχους παίκτες να έρχονται. Διαχρονικά, όμως, εκεί είναι που τα χάλαγε η Ίντερ. Στη σωστή αξιοποίησή τους. Τέλος, και το σκάουτινγκ είναι ανύπαρκτο, ή τουλάχιστον σε χαμηλά επίπεδα. Και το εσωτερικό, αλλά βασικά το σκάουτινγκ στο εξωτερικό. Κι αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τα μεγαλύτερα ταλέντα του πλανήτη καταλήγουν οπουδήποτε αλλού, εκτός της Ιταλίας. Φωτεινή εξαίρεση ο Πάτο το 2008. Υπάρχει, όμως, και η Ουντινέζε, της οποίας το δίκτυο σκάουτινγκ κινείται στα επίπεδα της Πόρτο. Η εξαίρεση που επιβεβαιώνει έναν λυπηρό και καθόλου αξιομνημόνευτο κανόνα, λοιπόν.

 Τελευταίο, αλλά όχι αμελητέο είναι ένα γενικότερο αποτέλεσμα της εσωστρέφειας του ιταλικού ποδοσφαίρου, μια γενικότερη συνέπεια που πληρώνει, εξαιτίας αυτού του παρατεταμένου τέλματος στο οποίο έχει περιέλθει. Η βαθμολογία της Ουέφα. Φέτος, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η Ιταλία δε βγάζει τέσσερις, αλλά τρεις ομάδες στο Τσάμπιονς Λιγκ. Τεράστιο πλήγμα, κι αν αυτός ο ποδοσφαιρικός γίγαντας, αυτή η ποδοσφαιρική σχολή,  δεν ξυπνήσει άμεσα, από το Τορίνο μέχρι τη Νάπολι, κι από την Αόστα μέχρι τη Μεσίνα, επίκειται προσπέρασμα κι από τους αθόρυβους Γάλλους. Αυτή η βαθμολογία, αποτυπώνει με τα γλαφυρότερα χρώματα την παρακμή των τελευταίων ετών στο ιταλικό ποδόσφαιρο.

 Κάπου εδώ έρχεται να κουμπώσει το δεύτερο σκέλος του προλόγου. Η Γιουβέντους. Η ομάδα με τις 2 συνεχόμενες έβδομες θέσεις, τα τελευταία χρόνια έχει κάνει τα κατάλληλα βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Πρωτοπορεί και ανοίγει την ψαλίδα, σε όλα τα επίπεδα από τους ανταγωνιστές της. Σωστές μεταγραφικές κινήσεις, νέο ιδιόκτητο γήπεδο, ηρεμία και στήριξη στον προπονητή, είναι μόνο λίγοι από τους λόγους που αυτό το
club, μετά την καταστροφή του 2006, ευημερεί ξανά. Ακολουθώντας το γερμανικό μοντέλο, με κύρια παραδείγματα προς μίμηση τις Μπάγερν Μονάχου και Μπορούσια Ντόρτμουντ. Με μια λέξη: μεθοδικότητα παντού.

 Κατ’ αρχήν, παράλληλα με τον υποβιβασμό και τη γενικότερη αίσθηση, ότι ρίχνοντας τη Γιουβέντους, σώθηκε και καθάρισε το ιταλικό ποδόσφαιρο, η ίδια η ομάδα αυτοτιμωρήθηκε και μπήκε σε μια διαδικασία αυτοκάθαρσης. Όπως όλοι ξέρουμε, η Αγία Τριάδα (Μότζι , Μπετέγκα, Τζιράουντο) αποτέλεσε παρελθόν. Επιπλέον, με την ανάληψη της ηγεσίας της ομάδας από το γιο του Ουμπέρτο Ανιέλι, Αντρέα, ξεκίνησε ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το παρελθόν και το
Calciopolis. Η δίκη της Νάπολι, η οποία εκκρεμούσε, έκρινε αθώα τη Γιουβέντους. Ο πρόεδρος απαιτεί, πλέον, αποζημίωση από τους πρωτεργάτες του σκανδάλου-φάρσα και την FIGC, αποζημίωση 444 εκατομμυρίων ευρώ, για διαφυγόντα κέρδη. Η διοίκηση δείχνει να μπορεί να σταθεί στα στάνταρ της Γιουβέντους, είναι στιβαρή και σοβαρή, ενώ διεκδικεί για την ομάδα πρωταγωνιστικό ρόλο στα δρώμενα του ιταλικού ποδοσφαίρου, δείχνοντας ότι οι μέρες της εσωστρέφειας και της εγκατάλειψης έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Κάτι, βεβαίως, που οι διοικήσεις του Κόμπολι-Τζίλι και του Ζαν Κλώντ Μπλαν, δεν έκαναν επ’ ουδενί.

Επιπλέον, από τη στιγμή που ανέλαβε ο Ανιέλι η ομάδα ξεκίνησε να λειτουργεί ξανά σαν εταιρεία και λιγότερο σαν σκορποχώρι. Αρχικά, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στο να ισοσκελιστούν οι προϋπολογισμοί της ομάδας, οι οποίοι τα περασμένα έτη άφησαν την ομάδα με τεράστια ανοίγματα. Αυτή η νέα πολιτική αποδίδει καρπούς νωρίτερα από το προβλεπόμενο, καθώς συνοδεύεται από αρκετά προσεκτικές κινήσεις στο μεταγραφικό παζάρι, παρά τις όποιες αστοχίες. Συνεπικουρούμενος από τους Νέντβεντ, Μαρότα και Παρατίτσι, ο Αντρέα Ανιέλι κατάφερε μέσα σε διάστημα 2,5 ετών να προσελκύσει πολλούς νέους σπόνσορες, με τους οποίους σύναψε συμβόλαια για χορηγίες πολλών εκατομμυρίων ευρώ. Με τις κινήσεις αυτές, όχι μειώνεται το έλλειμμα του συλλόγου, αλλά εξασφαλίζεται η μακροημέρευση του συλλόγου, η οικονομική του σταθερότητα τα επόμενα έτη, κάτι που είναι, ίσως, το μεγαλύτερο και σημαντικότερο επίτευγμα μέσα στο περιβάλλον της Ευρώπης της παρατεταμένης κρίσης. Όλα τα παραπάνω, αποσκοπούν στη σταδιακή οικονομική ενδυνάμωση του συλλόγου από τη συσσώρευση κεφαλαίων, η οποία, αφενός θα μας δώσει μεγαλύτερη δυνατότητα επενδύσεων στο μέλλον και αφετέρου, θα ανεβάσει την ομάδα κλίμακα στο
status quo του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, προσελκύοντας ξανά την αφρόκρεμα στο ρόστερ της, όπως παλιότερα.

 Επιπροσθέτως, η αλλαγή της διοίκησης ήταν επιτακτική ανάγκη. Ο Έλκαν δεν αγαπούσε την ομάδα. Απλά ήταν ένα ακόμη βαρίδι που κληρονόμησε από τον παππού του. Χαρακτηριστικό, το ότι προτιμούσε να σκορπάει περιουσίες ολόκληρες στο κρίκετ (!!), παρά στη Γιουβέντους. Χρειαζόμασταν κάποιον που να αγαπά την ομάδα και τον βρήκαμε στο πρόσωπο του Ανιέλι. Και το όνομα και τη χάρη. Εκείνος, αναδιάρθρωσε πλήρως τη διοίκηση, προσλαμβάνοντας το Μαρότα, που ήταν πετυχημένος στο ρόλο του στη Σαμπντόρια, η οποία τερμάτισε 4η την προηγούμενη σεζόν, ενώ αξιοποίησε και το θρύλο Πάβελ Νέντβεντ σε πόστο. Βλέπουμε λοιπόν, ότι διοίκηση ακούν άνθρωποι που αγωνίστηκαν για την ομάδα και γνωρίζουν ποδόσφαιρο (Νέντβεντ, Παρατίτσι) και αξιόλογοι τεχνοκράτες, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακά, ευέλικτο και δυνατό κράμα. Προστατεύονται τα συμφέροντα του συλλόγου, ενώ η δουλειά του προέδρου δεν είναι πια χόμπι, αλλά καθημερινότητα για τον Ανιέλι, κάτι που μας θυμίζει ομάδες του ΝΒΑ, όπου ο πρόεδρος έχει σαν αποκλειστική μπίζνα την ομάδα που διοικεί. Όλο αυτό, δημιουργεί ένα κλίμα σοβαρότητας και επαγγελματισμού, το οποίο περνά και στους ποδοσφαιριστές. Τους κάνει να αποδίδουν στο 100% κι αυτό είναι σημαντικό.

Πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάταση του συλλόγου σε όλα τα επίπεδα, έπαιξε και το όνειρο κάθε Γιουβεντίνου. Το νέο, υπερσύγχρονο και πάνω απ’ όλα ιδιόκτητο Γιουβέντους Αρίνα. Η έκταση του Ντελέ Άλπι είχε αγοραστεί από το 2003, ενώ, αν και η ομάδα υποβιβαζόταν, το έργο είχε μπει ήδη μπροστά. Την περσινή σεζόν, η ομάδα αγωνίστηκε για πρώτη φορά στο σπίτι της, με γεμάτο γήπεδο και καυτή ατμόσφαιρα. Η Γιουβέντους απέκτησε ξανά καυτή έδρα, το δικό της κάστρο, όπου με τη συμπαράσταση των οπαδών της, δίνει πάντα το 110%. Κατ’ αρχήν, ως σύγχρονο, το γήπεδό μας έχει πολλαπλές εμπορικές χρήσεις, είναι ανοικτό όλη την εβδομάδα, γεγονός που αυξάνει κατά πολύ τα έσοδα μας. Επιπλέον, το στάδιο Ντελέ Άλπι, μετατράπηκε σε αμιγώς ποδοσφαιρικό γήπεδο, γεμίζει με κόσμο και παίζει σημαντικό ρόλο από την πρώτη στιγμή. Βέβαια, η χωρητικότητά του είναι φλέγον θέμα, αλλά έχει τη δυνατότητα επέκτασης, κάτι που λογικά θα γίνει στο μέλλον. Συν τοις άλλοις, σε γενικότερο πλαίσιο, η Γιουβέντους θα μπορούσαμε να πούμε, ότι διαθέτει τις πιο σύγχρονες εγκαταστάσεις στον ιταλικό χώρο. Μόλις, το 2006 μπήκε στο προπονητικό κέντρο της στο
Vinovo, ενώ όπως ενημέρωσε σε από κοινού συνέντευξη τύπου, ο πρόεδρος Ανιέλι με το δήμαρχο του Τορίνο, μέχρι το 2015 η ομάδα θα διαθέτει, νέες προπονητικές εγκαταστάσεις στην περιοχή της Continassa, περιμετρικά και περιφερειακά του νέου μας γηπέδου. Όλα τα παραπάνω δίνουν πολλαπλά οφέλη στο σύλλογο, ενώ δείχνουν ότι η Γιουβέντους είναι πλέον, ένα club το οποίο, δεν κοιτά αποκλειστικά και μόνο το παρόν, αλλά σχεδιάζει και ενεργεί πρωτίστως για το μέλλον της. Ομάδα με όραμα, λοιπόν.

Στα αγωνιστικά, τομή στη σύγχρονη ιστορία του συλλόγου, αποτέλεσε η πρόσληψη στη θέση του προπονητή ενός πρώην παίκτη της ομάδας μας. Το όνομα αυτού Αντόνιο Κόντε. Ο Αντόνιο διετέλεσε παίκτης, αλλά και αρχηγός μέχρι το 2004, όταν και σταμάτησε τη μπάλα. Αυτό σημαίνει 2 πράγματα: α) ξέρει όσο κανείς τι σημαίνει Γιουβέντους, ποια νοοτροπία πρέπει να έχει ο παίκτης που αγωνίζεται στη Γιουβέντους και β) τη νοοτροπία του νικητή, αφού ο ίδιος ψήθηκε ποδοσφαιρικά σ’ ένα περιβάλλον γεμάτο, από κούπες, διακρίσεις, αλλά και χαμένους τελικούς, πράγματα που ωριμάζουν και κάνουν σοφότερο τον ποδοσφαιριστή. Κοντά στον Αντόνιο, υπάρχει ένα ικανό προπονητικό τιμ, όπως φάνηκε και κατά τη διάρκεια της 6μηνης απουσίας του από τους πάγκους. Το σημαντικότερο συστατικό μιας πετυχημένης συνταγής όμως, πέρα από τις προπονητικές ικανότητες και τους συνεργάτες, είναι η σχέση του προπονητή με τους παίκτες. Και σε αυτό, ο Αντόνιο παίρνει 10 με τόνο. Όχι μόνο εμπνέει όποιον παίρνει φανέλα βασικού, όχι μόνο τους κάνει να παίζουν πρώτα για τα μπιανκονέρι, μετά για εκείνον και τέλος για πάρτη τους, αλλά τους έχει κάνει οικογένεια. Μεγάλο επίτευγμα στο σύγχρονο ποδόσφαιρο του ατομισμού και των μισθοφόρων. Έτσι, η ομάδα δείχνει σύμπνοια, απόλυτη προσήλωση, στο κατά πολλούς περίεργο σύστημα της ομάδας (3-5-2), αλλά και ελάχιστα περιστατικά εσωτερικών ταραχών. Συνοψίζοντας, βλέπουμε ένα οικοδόμημα, που αποπνέει υγεία αγωνιστικά. Τα αποτελέσματα είναι συνδυασμός ικανότητας, τύχης και αγωνιστικής μέρας. Οπότε, δεν κρίνουμε το συγκεκριμένο παράγοντα, αλλά την αύρα και την εικόνα που δίνει προς τα έξω το αρκετά μεγάλο αυτό ρόστερ.

Ένας άλλος παράγοντας, που η Γιουβέντους βελτιώνει σταδιακά, αλλά με ταχείς ρυθμούς είναι το σκάουτινγκ, η ποιότητα των παικτών που αποκτώνται, αλλά και η υποδομή της ακαδημίας της. Η βάση όλων είναι η αναδιάρθρωση της ακαδημίας. Έχουμε, αρχικά, προσλήψεις πρώην παικτών μας σε ρόλο προπονητών, όπως ο Φαμπρίτσιο Ραβανέλι. Πέρα από αυτό, έχουμε και τη βελτίωση των υποδομών, με την ακαδημία μας να καταλαμβάνει το σύνολο του συγκροτήματος του
Vinovo, μετά την ολοκλήρωση στην περιοχή της Continassa το 2015. Επίσης, υπάρχει, ήδη, το Juventus College, όπου τα παιδιά της ακαδημίας συνεχίζουν τις σπουδές τους, αφού δεν είναι βέβαιο ότι στο σύνολό τους μπορούν να κάνουν το άλμα στην πρώτη ομάδα. Επιπρόσθετα, αναδιαρθρώθηκε και το τμήμα σκάουτινγκ, θέτοντας στόχο την αποδοτικότερη λειτουργία του. Αξιοποιήθηκε ο πολύ αξιόλογος Φάμπιο Παρατίτσι. Τελεί, χρέη αθλητικού διευθυντή, αλλά και αρχισκάουτερ της ομάδας, λογοδοτώντας στο Μαρότα. Η παρακολούθηση παικτών είναι διαρκής και εκτενής, τόσο στην Ιταλία, την Ευρώπη αλλά και τη Λατινική Αμερική. Χαρακτηριστικότερες κινήσεις της απόλυτα σωστής δουλειάς που γίνεται είναι οι μεταγραφές των Leali, Pogba και Rugani, με πολύ χαμηλό κόστος. Έτσι, εξασφαλίζεται η αγωνιστική συνέπεια και συνέχεια μιας ομάδας, που έχει μάθει να βρίσκεται ψηλά, ενώ η στελέχωση της ανδρικής ομάδας, θα γίνεται με παιδιά που γνωρίζουν τι σημαίνει να φοράς τη φανέλα της Γιουβέντους, εν αντιθέσει με τους μισθοφόρους, που έχουν κατακλείσει τις ιταλικές ομάδες. Και οι νεαροί μας παίκτες, αλλά και εκείνοι που αγοράζονται, θα βλέπουν την Γιουβέντους, ως ταβάνι της ποδοσφαιρικής τους καριέρας και όχι σαν ενδιάμεσο σταθμό για κάποιο άλλο σύλλογο.

Ο πρώτος καρπός όλης αυτής της προσπάθειας ήταν το περσινό Σκουντέτο, η συμμετοχή στον τελικό του κυπέλλου, το Σούπερ Καπ Ιταλίας. Ο δεύτερος καρπός είναι η φετινή ευρωπαϊκή ανάσταση, μιας ομάδας νεκρωμένης, που είχε 3 χρόνια να κάνει νίκη στην Ευρώπη. Και έπεται συνέχεια, αν διατηρηθεί το ανάλογο τέμπο. Διάθεση για δουλειά, πείσμα και πείνα. Η όρεξη στους παίκτες και σε εμάς τους οπαδούς έχει ανοίξει για τα καλά.

Η καλή και σωστή δουλειά της Γιουβέντους, τώρα ξεκινά. Αφενός, υπάρχουν πολλά περιθώρια βελτίωσης ομολογουμένως, ενώ αφετέρου δεν υπάρχει η ποιότητα του 2006 ακόμη σε όλες τις θέσεις, όπως στο αριστερό μπακ και, κυρίως, στον επιθετικό. Μιλάμε, για ένα ατελές πλάνο, το οποίο ξεκίνησε 2,5 χρόνια πίσω και βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, ώστε να δημιουργηθεί μια νέα αυτοκρατορία, που θα αποφέρει πολλές και σπουδαίες επιτυχίες. Βέβαια, ακόμη χρειάζεται υπομονή, καθώς οι οικονομικές δυνατότητες είναι περιορισμένες, λόγω της ανεξέλεγκτης σπατάλης των προηγούμενων ετών.

Κλείνοντας, αναφορικά με τις άλλες ομάδες, έχουν γίνει βήματα προς την καλυτέρευση των συνθηκών που επικρατούν στο Καμπιονάτο. Πολλές ομάδες είναι διατεθειμένες να φτιάξουν νέο γήπεδο, όπως η Ρόμα που ήδη ανακοίνωσε ότι ξεκινάνε οι εργασίες πρόσφατα, αλλά και η Ίντερ. Ομάδες σαν την Πάρμα και την Ίντερ, έχουν στραφεί και στις ακαδημίες τους, χρησιμοποιώντας πολλούς και ταλαντούχους νεαρούς παίκτες. Πιθανολογώ, ότι η ανάληψη μιας μεγάλης διοργάνωσης θα βελτιώσει το επίπεδο του πρωταθλήματος, και θα του δώσει ώθηση, ώστε να ξεβαλτώσει. Μέχρι τότε όμως, αναμένουμε καρτερικά, να τελειώσει και για το Καμπιονάτο, όπως τελείωσε για την Ευρώπη πριν από 6 αιώνες, ο δικός του Μεσαίωνας.

*Το παρόν άρθρο γράφτηκε τέτοιες μέρες, πριν ένα χρόνο περίπου. Το κίνητρο για την αναδημοσίευσή του πηγάζει από την αμετάβλητη κατάσταση, η οποία πλαισιώνει το ιταλικό ποδόσφαιρο. Συνειδητά δεν άλλαξα ούτε λέξη από τα γραφόμενα, φοβούμενος αλλοίωση του νοήματος όλου του κειμένου. Ελπίζω να είναι πεδίο για προβληματισμό και όμορφη κουβέντα, εν γένει πάνω στο Κάλτσιο.