1/5/15

Una rivoluzione ci salverà.*




«Μπορείς πάντα να κερδίζεις στο ποδόσφαιρο, υπό τον όρο ότι αλλάζεις». Η ρήση ανήκει στο Valentino Mazzola, θρύλο της καφετιάς πλευράς του Torino. Η πραγματικότητα για την ασπρόμαυρη μεριά της πρωτεύουσας του Piemonte τείνει να τον επιβεβαιώσει ως προς την ανάγκη για αλλαγή. Η φετινή σεζόν της Juventus βρίθει σκαμπανεβασμάτων στην απόδοση των ποδοσφαιριστών και νεκρών διαστημάτων, ασχέτως αν τα αποτελέσματα και η έκβαση της σεζόν είναι θετικά εν τέλει. Τη δυσλειτουργία αυτή έχει διαγνώσει πρώτα από τον καθένα η διοίκηση της ομάδας και δείχνει διατεθειμένη να κάνει βήματα προς την κατεύθυνση αυτή. Προς την κατεύθυνση της «Επανάστασης». Μιας αναίμακτης, «ήρεμης Επανάστασης», που θα βασιστεί στις ήδη υπάρχουσες δομές, θα τις τρέψει σε όπλα της και θα έχει ως μόνο στόχο την έγκαιρη ανανέωση πριν την εμφάνιση της σήψης.

Η νοηματοδότηση της επιτυχίας.
Είναι κοινά αποδεκτός τόπος πώς το marketing της Juventus έχει κάνει άλματα την τελευταία 5ετία. Σ’ αυτό το πλαίσιο, διοικούντες και φίλα προσκείμενος στην ομάδα τύπος αρέσκονται στη μεταβολή καθεμιάς από τις επιτυχίες, υπό τον Agnelli, σε σημεία αναφοράς. Ορόσημα για την ομάδα. Έτσι, το 1ο Scudetto θεωρήθηκε ως εκείνο της «Επαναφοράς», το 2ο της «Εδραίωσης», το 3ο της «Κυριαρχίας» και το, κατά τα φαινόμενα, 4ο συναπτό της «Ωρίμανσης και του επαναπροσδιορισμού». Η περσινή καμπάνια για το 3ο συνεχόμενο πρωτάθλημα, που βασίστηκε στην ιταλική παροιμία «Non c’è due senza tre» αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Τίποτα δε μένει ανεκμετάλλευτο και στην τύχη του, πλέον.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, που περιβάλλει τη διοικητική ομάδα, αλλά και οι διαρροές εκείνης προς τα έξω, ενισχύουν την πεποίθηση πώς ο επαναπροσδιορισμός, η ανανέωση του κυττάρου της ομάδας είναι και αναγκαιότητα. Η
Juventus πρέπει, οφείλει να προλάβει αυτό που δεν μπόρεσε η Inter το 2010, δημιουργώντας παράλληλα το μέλλον της, ορμώμενη από το παρόν της. Και γιατί να είναι το Scudetto
της «Ωρίμανσης και του επαναπροσδιορισμού»; Πολύ απλά διότι η φετινή σεζόν είναι απόλυτα ρευστή ως προς το περιεχόμενό της. Μία από τις βασικές σταθερές – ο προπονητής – άλλαξε, ο νέος κάτοχος της θέσης έφερε νέα ήθη και έθιμα και επαναστοχάστηκε πάνω στην ταυτότητα της ομάδας. Η δεύτερη κι ίσως βασικότερη – οι ποδοσφαιριστές – έχουν πιάσει «ταβάνι», είτε ποδοσφαιρικά είτε ηλικιακά – με ορισμένες εξαιρέσεις – γεγονός, που κάνει την ανάγκη για ανανέωση, αλλαγή ποδοσφαιρικού στυλ και ποδοσφαιρικών χαρακτηριστικών των αποτελούντων την ομάδα επιτακτική. Τέλος, η ωριμότητα, με την οποία διαχειρίστηκαν άπαντες τις όποιες αγωνιστικές κρίσεις κι εν γένει τα σημαντικά παιχνίδια της χρονιάς, είναι παροιμιώδης. Καταλληλότερη στιγμή από τη συγκεκριμένη για τη μεταλαμπάδευση του «πνεύματος» αυτού δε δύναται να θεωρηθεί καμία άλλη.

Βασικοί πυλώνες.
Προ ολίγων ημερών οι
Marotta-Paratici και όλο το επιτελείο τους ανανέωσαν τη συνεργασία τους με τη Juventus για ακόμη 3 χρόνια. Έπεται, λογικά, και ο προπονητής Max Allegri με μονοετή επέκταση του υπάρχοντος συμβολαίου του ως το 2017. Για την επόμενη 3ετία τουλάχιστον, όπως γίνεται αντιληπτό, η ομάδα θα κινείται με τον ίδιο τρόπο και τις ίδιες σταθερές, που μας έχει συνηθίσει από το 2010. Χρονικό διάστημα σεβαστό. Η μαζική λήξη των συμβάσεων το 2018 πυροδοτεί σενάρια, που μιλούν για μεταπήδηση του Agnelli σε σημαντικό πόστο της FCA (Fiat-Chrysler Automobiles) το καλοκαίρι εκείνο. Ένα από τα επικρατέστερα, θέλει τον Nedved να αναλαμβάνει πρόεδρος αντί του Agnelli και τον Fabio Paratici γενικός διευθυντής αντί του Beppe Marotta. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πώς η εικασία αυτή δικαιολογεί στον απόλυτο βαθμό και την μίνιμουμ ανανέωση του Allegri από τον οποίο κανείς δεν έχει παράπονο στο Vinovo. Ο 48χρονος τεχνικός ήταν επιλογή του Marotta.  Απέναντι του ο – σύμφωνα με τις «γλώσσες» – επόμενος πρόεδρος Nedved, που διαφωνούσε με την πρόσληψή του, αντιπρότεινε… τον Roberto Mancini. Βεβαίως, όλα αυτά είναι στη σφαίρα του φαντασιακού, αλλά στο ποδόσφαιρο οι ανατροπές σκηνικών είναι συχνές και καλό είναι να προετοιμαζόμαστε για όλα τα ενδεχόμενα.

Ο «εγκέφαλος».
Είναι ίσως ο λιγότερο προβεβλημένος των διοικούντων, ο «εξ απορρήτων» του
Marotta κι εκείνος, που φέρει εις πέρας την περισσότερη βρώμικη δουλειά. Στην Ιταλία θεωρείται, δικαίως, ο «άνθρωπος-μετεγγραφές» της Juventus. Μετά από μια ασήμαντη καριέρα ως ποδοσφαιριστής, ο Fabio Paratici – περί ου ο λόγος – στράφηκε στο τεχνοκρατικό σκέλος του ποδοσφαιρικού κόσμου. Ο ίδιος θεωρεί το Marotta μέντορά του, καθώς εκείνος ήταν που τον «ανακάλυψε» και του μετέτρεψε σε αρχι-scouter της Sampdoria, ενόσω ο 58χρονος παράγοντας εκτελούσε αθλητικού διευθυντή στους Γενοβέζους. Η πρώτη κίνηση του Agnelli ως πρόεδρος ήταν η στρατολόγησή τους από την ομάδα της οικογένειας Garrone – τότε – με στόχο να δημιουργήσουν οι 3 τους από το μηδέν μια ομάδα-πρότυπο για την Ιταλία, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της Bayern Munchen. Μεταξύ όλων των άλλων, στον Paratici πιστώνεται η αναδιοργάνωση, από κοινού με τον Gianluca Pessotto, των τμημάτων υποδομής, όπως επίσης και οι αθρόες μετεγγραφές ποδοσφαιριστών, που αγωνίζονται στα μικρά κλιμάκια των ακαδημιών. Τη στιγμή, που μιλάμε, είναι, κατά γενική ομολογία, το πιο «καυτό» διοικητικό στέλεχος στη γείτονα χώρα και δεν είναι καθόλου τυχαία η διπλή προσπάθεια, που κατέβαλλε η Barbara Berlusconi να τον «πάρει» στο Milano το περασμένο καλοκαίρι, αλλά και πριν λίγες εβδομάδες. Στην πρώτη περίπτωση ο πρόεδρος Agnelli έθεσε βέτο, ενώ στη δεύτερη ο Fabio απέρριψε την προσέγγιση, που του έγινε.

Αναμόρφωση και στήριξη.
Κάνοντας ένα μικρό
flash back, στο περσινό καλοκαίρι, μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε πώς δεν πραγματοποιήθηκε ουδεμία μετεγγραφική κίνηση στήριξης στο πρόσωπο του προπονητή, που εν πολλοίς βάδισε στην πεπατημένη οδό για το πρώτο κομμάτι της σεζόν. Τα πράγματα του χρόνου αναμένεται να είναι εντελώς διαφορετικά όμως. Είναι σχεδόν σίγουρο πώς θα αποκτηθεί ποδοσφαιριστής της προτίμησης του Allegri. Ονόματα είναι πολύ πρώιμο, αλλά και άδικο να παραθέσουμε στην παρούσα συγκυρία. Εκείνο, που μπορεί να γίνει με άνεση είναι η στάθμιση 2-3 παραγόντων, που θα καθορίσουν το σχεδιασμό για τη χρονιά, που ακολουθεί. Αρχικά, πρέπει να αποφασιστεί το σύστημα ή τα συστήματα, που θα προτιμήσει να δουλέψει ο προπονητής. Βάσει αυτού/ών θα αξιολογηθούν οι προδιαγραφές των παικτών και το κατά πόσο ταιριάζουν στη νόρμα, που έχει ο Allegri στο μυαλό του. Επιπλέον, σημαντικό ρόλο θα παίξει και η διατήρηση ή όχι των «μετατοπίσεων», που καθιέρωσε ο Conte την περασμένη τριετία για να καλύψει κενά και μετεγγραφικές αστοχίες. Ο Λιβορνέζος τεχνικός έχει δείξει στη μέχρι τώρα πορεία του στον πάγκο της «Fidanzata» πώς είναι περισσότερο ορθολογιστής από τον προκάτοχό του και προτιμά οι ποδοσφαιριστές του να αγωνίζονται στις φυσικές τους θέσεις με στόχο τη maximum απόδοσή τους. Μοναδική εξαίρεση η αποτυχημένη έμπνευσή του με την προώθηση του Vidal
σε ρόλο 10αριού. Συμπερασματικά, οι επιλογές του – τακτικής και σε πρόσωπα - είναι εκείνες, που θα καθορίσουν το σχεδιασμό. Και όπως είναι λογικό βάσει αυτών θα κριθεί πετυχημένος ή αποτυχημένος με την ολοκλήρωση της επόμενης σεζόν.


        



Η πολιτική και η διαδοχή.
Σε πρώτο πλάνο τα τελευταία 2 χρόνια, αλλά πολύ περισσότερο για το επόμενο καλοκαίρι είναι η πολυπόθητη σταδιακή ανανέωση. Βασικός μοχλός επίτευξης του στόχου της πτώσης του ηλικιακού μέσου όρου, όπως επίσης και μονόδρομος μοιάζει η απόκτηση νεαρών ποδοσφαιριστών. Οι υποψήφιοι πρέπει να προσεγγίζουν κατά το δυνατόν τον παρακάτω ιδεατό τύπο «Ιταλός, ταλαντούχος, πεινασμένος, νεαρός ή σε καλή ηλικία». Κίνηση σοφή, καθώς η Juve είναι η δεύτερη γηραιότερη ομάδα στη λίγκα πίσω μονάχα από την Atalanta. Παράλληλα, ο ιδεατός αυτός τύπος ενέχει και το αποτελεσματικότερο φάρμακο προς ίαση της «ασθένειας» του κορεσμού και της έλλειψης κινήτρου σε φαινομενικά εύκολα παιχνίδια στην σεζόν. Παρεκκλίσεις θα υπάρξουν σίγουρα. Γι’ αυτό άλλωστε το παραπάνω καλούπι καλείται «ιδεατός τύπος». Η αγαπημένη παράμετρος του Marotta «costo zero» είναι πρώτη επιλαχούσα σ’ αυτό το, κατά τα φαινόμενα, γκρέμισμα του αποστήματος ανάμεσα στο «πρέπει» και στο «μπορώ».

Στο καθαρά αγωνιστικό σκέλος της «Επανάστασης», φλέγον είναι το ζήτημα της ανανέωσης της αμυντικής γραμμής της
Juventus. Η έλλειψη τρεξιμάτων και ταχύτητας εκτυλίσσονται σε «αχίλλειο πτέρνα» τη φετινή χρονιά. Επίσης η απόκτηση ενός playmaker είτε στο στυλ του Pirlo είτε διαφορετικής κοπής είναι επιβεβλημένη. Στην πρώτη περίπτωση, ο εκλεκτός ακούει στο όνομα Daniele Rugani. Η εξέλιξή του δικαιώνει απόλυτα το deal της συνιδιοκτησίας με την Empoli πριν 2,5 χρόνια και το 1,5 εκατομμύριο, που εκταμιεύθηκες τότε, αλλά και την απόκτησή του εν συνόλω για ακόμη 3 εκατομμύρια, προλαμβάνοντας πιθανές απίθανες αξιώσεις της ομάδας του, λόγω των ανεβασμένων μετοχών του. Η Juve χτύπησε φλέβα χρυσού με τον Daniele και αν όλα πάνε καλά έχει τα φόντα να εξελιχθεί σε παίκτη παγκόσμιας κλάσης. Στο Torino, όπως είναι προφανές, τον περιμένουν με ανοικτές αγκάλες για την θερινή προετοιμασία. Στη δεύτερη περίπτωση, ο Marotta αποφάσισε να μην ενδώσει στο «σύνδρομο της Αλβιόνας», που παρουσίασε η Pescara, με – οδυνηρό - αποτέλεσμα να απολέσει για 10 εκατομμύρια ευρώ το Marco Verratti. Ποσό, που θα έδινε ευχαρίστως, αν είχε διαβλέψει σωστά την προοπτική εξέλιξης του παίκτη, αλλά και την ένδεια μετεγγραφικών επιλογών για τη συγκεκριμένη θέση. Η απώλεια αυτή έχει «πληγώσει» τόσο τους ιθύνοντες του συλλόγου, ώστε «συμπλεγματικά» δρώντας αποκτούν δημιουργικούς μέσους σωρηδόν στις μικρές ηλικίες, με την ελπίδα αφενός να βρουν έναν παίκτη, που θα αντικαταστήσει μακροπρόθεσμα το «Maestro» και αφετέρου να μην ξαναζήσουν μια «περίπτωση Verratti». Ο Marchisio είναι εξαιρετικός, όποτε του ζητήθηκε να υποκαταστήσει τον Pirlo εφέτος, αλλά δεν παύει να μην είναι καθαρός οργανωτής. Μπορεί να θεωρηθεί δεύτερη επιλογή σε παιχνίδια με θεωρητικά υποδεέστερους αντιπάλους ή πρώτος και, μάλιστα, καταλληλότερος για παιχνίδια, που η ομάδα αναζητά την κόντρα και τη γρήγορη πρώτη μπαλιά.

Τα
regalia των τμημάτων υποδομής και το beneficium Parmensis.
Αν οφείλουμε να αναγνωρίσουμε κάτι στον
Allegri, αυτή είναι η εμπιστοσύνη, που δείχνει στους νεαρούς ποδοσφαιριστές. Υπό τις οδηγίες του έχουν ντεμπουτάρει οι Mattiello , Vitale και Coman, ενώ στις αποστολές συχνά πυκνά βρίσκεται κι ο keeper Audero. Κύριος λόγος της ολοένα αυξανόμενης εισροής ποδοσφαιριστών στην πρώτη ομάδα από τις υποδομές είναι η ανεβασμένη ποιότητα των νεαρών, που στελεχώνουν τις ακαδημίες, αλλά και η επαγγελματική δουλειά, που γίνεται σε αυτές όπως και στο τμήμα scouting. Όλα τα παραπάνω έχουν θετικό αντίκτυπο στην κοινή γνώμη, συντελούν στο να φτιάξει η Juventus καλύτερο όνομα και να ατενίζει το μέλλον με περισσότερη αισιοδοξία. Κεκτημένα τα οποία στην παρούσα φάση είναι πολύτιμα σαν κληρονομιά. Απαραίτητη προϋπόθεση, εκτός του ταλέντου που υπάρχει δεδομένα, είναι το work ethic των νεαρών ποδοσφαιριστών, αλλά και η θέληση να ακολουθήσουν το success story του Claudio από τα τμήματα υποδομής στην καθιέρωση. Εκτός όλων των άλλων, υπάρχει και ο αστάθμητος παράγων «Parma». Μέσα στην κατάρρευση αυτής της ιστορικότατης ομάδας, πολλοί δεν έχουν αντιληφθεί πώς εξαιτίας της λύσης της εταιρίας, όσο από τους ποδοσφαιριστές της έχουν συμβόλαιο με την ομάδα μένουν ελεύθεροι. Η Juve καλοβλέπει 6 περιπτώσεις νεαρών, από τους οποίους ξεχωρίζουν εκείνες των Jose Mauri και Alberto Cerri. Μάλιστα φημολογείται πώς ο Paratici έχει ήδη έρθει σε συμφωνία με τον ατζέντη του δεύτερου και απομένουν μόνο το τυπικό σκέλος.

Η χρηματοδότηση και τα ερωτηματικά.
Το «καλοκαίρι της αλλαγής». Το «καλοκαίρι, που θα μπορέσουμε επιτέλους να ξοδέψουμε πολλά». Οι δύο κοινότερες κουβέντες στις συζητήσεις των οπαδών της
Juve σε φόρα ή σελίδες μέσων κοινωνικής δικτύωσης τα τελευταία 2 έτη. Επιθυμία με δόση αλήθειας. Είναι αλήθεια πώς από το καλοκαίρι τίθεται σε ισχύ η συμφωνία της La Madama με την Adidas, που θα της αποφέρει 180 εκατομμύρια για τα επόμενα 6 χρόνια, με παράλληλη αναπροσαρμογή της συμφωνίας με τη Jeep, ύψους πλέον 17 εκατομμυρίων ετησίως συν μπόνους επίτευξης στόχων. Δε μπορούν φυσικά να παραγνωριστούν τα αυξημένα έσοδα, λόγω της πολύ καλής ευρωπαϊκής παρουσίας, τα οποία μέχρι τη στιγμή που γράφεται το κείμενο, της αποφέρουν 73 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα χρήματα, που κέρδισε η ομάδα από τα εισιτήρια και τις παράπλευρες δραστηριότητες τις ημέρες των αγώνων. Τα οικονομικά βελτιώνονται αισθητά και με γεωμετρική πρόοδο, για πρώτη φορά αναμένεται να ξεπεράσουν το φράγμα των 300 εκατομμυρίων ευρώ, αλλά ακόμη δεν αποφέρουν σημαντικό πλεόνασμα στο ταμείο.

Τι μπορεί να σημαίνει η «Επανάσταση» με αριθμούς; Πρώτον, πιθανό εξορθολογισμό του μισθολογικού κόστους – στα 165 εκατομμύρια το
wage payroll για φέτος, καθώς πολλοί ποδοσφαιριστές αμείβονται με περισσότερα χρήματα απ’ όσα δικαιολογεί η απόδοσή τους στο τερέν. Δεύτερον, οι πιθανές αποχωρήσεις μπορεί να λειτουργήσουν ως πηγή άντλησης κεφαλαίων, ειδικά αν πρόκειται για κάποιο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο της ομάδας, όπως για παράδειγμα ο Pogba. Είναι ο «τομέας των Παθών» για το διοικητικό ντουέτο, που ασχολείται με το αγωνιστικό, το οποίο για μια ακόμη φορά θα δοκιμαστεί όσον αφορά τις διαπραγματευτικές του ικανότητες, ιδιαίτερα στο κομμάτι των πωλήσεων. Τα δεδομένα αυτή τη φορά είναι εμφανώς διαφοροποιημένα σε σχέση με τα περασμένα χρόνια. Η Juventus βρίσκεται σε θέση ισχύος· η οικονομική κατάσταση της ομάδας είναι καλύτερη, η ποιότητα των ποδοσφαιριστών υψηλότερη και το στάτους της ομάδας είναι σε καλύτερο επίπεδο εν γένει. Με το γήπεδο να έχει εκπληρώσει το potential του αναφορικά με τη χρηματική αποδοτικότητά του, βασικό ερωτηματικό, που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τα οικονομικά δεδομένα, σε πρώτη φάση, και την πιθανή ενίσχυση της ομάδας σε δεύτερη, είναι το κώλυμα που προέκυψε με τη χρηματοδότηση των έργων στην περιοχή της Continassa. Project ζωτικής σημασίας για την οικονομική αυτονόμηση της Juve από την εταιρία holding της, την Exor. Ο Agnelli βλέπει πολύ περισσότερα απ’ όσα ο μέσος οπαδός. Αφενός, θέλει να επαναφέρει την ομάδα στην κορυφή αγωνιστικά και αφετέρου να κόψει τον ομφάλιο λώρο της ομάδας από την οικογένειά του και να αυτονομήσει την ομάδα βάσει του οράματος των Gianni-Umberto και της Triade. Εικάζω, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό καθώς δεν είμαι ακόμη σίγουρος, πώς ενδεχομένως η εξέλιξη αυτή θα αποτελέσει παροδικώς οικονομικό τροχοπέδη με αντίκτυπο στα μετεγγραφικά, για μια Vecchia Signora, που δεν είναι στο οικονομικό επίπεδο των υπόλοιπων ευρωπαϊκών μεγαθηρίων. Η «Πολιτεία της Juve» είναι προτεραιότητα, επομένως. Η ιδέα του διοικητικού ηγέτη των bianconeri είναι ίδια στη βάση της με το «Βιομηχανικό Σχέδιο» της Triade, αλλά η οδός και τα μέσα εκπλήρωσης διαφέρουν.

Καταλήγοντας, συμπεραίνουμε πώς τα «μέτωπα» στη
Juventus είναι πολλά και ανοικτά, κυρίως στο αγωνιστικό κομμάτι. Η ομάδα, στην παρούσα της μορφή, έχει πληρώσει τις προσδοκίες των οπαδών της κι είναι καιρός να προχωρήσει το σχέδιό της στην επόμενή του φάση. Για πρώτη φορά φανερώνεται η πρόθεση για κάτι τόσο ριζικό με τον ενθουσιασμό και τη σκεπτικότητα να βρίσκονται σε ντελιριακή φάση. Μετά από καιρό ο καλοκαιρινός σχεδιασμός είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρων και το καλοκαίρι αναμένεται θερμό. Ίσως υπάρχουν, επιτέλους, όλες οι προϋποθέσεις, που θα πυροδοτήσουν την «Ανανεωτική Επανάσταση», που θα σώσει τη Juventus από τον κορεσμό των δομών της. 


Forza!

Από τον Α. για τους Γ. και Ε.



*Μια Επανάσταση θα μας σώσει. 

13/1/15

Είδωλα θολά.



Φύση μελαγχολική. Δεν είναι σίγουρο αν εκ γενετής έτεινε στο γκρι, αλλά η ροπή προς αυτό αποκρυσταλλώθηκε στα εφηβικά χρόνια. Κι η μελαγχολία συχνά τον οδηγεί στην αναζήτηση του χαμόγελου στο παρελθόν. Το παρόν, που μοιάζει τόσο πομπώδες και ένδοξο. Αδύνατο να μην εκστασιαστεί. Να μην το αγαπήσει. Να μην εκφράσει την επιθυμία να ζήσει μια χούφτα λεπτά σ' εκείνο το εξιδανικευμένο, για εκείνον, περιβάλλον. Αχ. Μακάρι να υπήρχε ένας τρόπος να γυρίσει το χρόνο πίσω και να ζήσει πράγματα, που δεν κατάφερε να ζήσει ποτέ.


Επιστροφή στο '90. Τότε, που καλά καλά δεν είχε ξεκινήσει την ερωτική επαφή του με το ποδόσφαιρο. Τότε, που παραπονιόταν, συνεπικουρούμενος από τη μάνα του, να σταματήσει να βλέπει αυτά τα ανιαρά παιδιά, που κλωτσούσαν τη μπάλα σ' αυτό υπερβολικά μεγάλο ορθογώνιο χώρο. Άκουγε ιστορίες από τότε, που θυμάται τον εαυτό του για παίκτες-θρύλους, για ποδοσφαιρικά έπη, που αγγίζαν' τη σφαίρα του μύθου. Αφηγήσεις, που ανύψωναν τους πάντες στη σφαίρα του ονειρικού, του ανέγγιχτου. Που μετέτρεπαν κοινούς θνητούς σε Ελ Σίντ για τους αντιπάλους τους. Ακόμη και τώρα, θυμάται τις διηγήσεις αυτολεξεί. Μάλλον επειδή στα χρόνια, που ακολούθησαν συνέχισε να τις ακούει, ώστε να του γίνουν βίωμα. Το ερέθισμα έλειπε. Όπως και το θέλγητρο. Η ταύτιση για ένα παιδάκι ήταν απαραίτητη. Ούτε τέτοια διέθετε. Ο χρόνος σε τέτοιες περιπτώσεις λειτουργεί υπέρ. Υπέρ των πάντων.

Κι αν οι αφηγήσεις ήταν ζωντανές, εκείνο που ήταν ακόμη πιο ζωηρό απ' αυτές ήταν ένας ποδοσφαιριστής γύρω στο 1,80, μακρυμάλλη τον έλεγες, τότε. Αν υπάρχει έρωτας με την πρώτη ματιά, τότε τέτοιος ήταν. Κι αν η ταύτιση γεννάται τόσο ξαφνικά και αναπάντεχα τότε τέτοια ήταν. Αν η πρώτη αγάπη είναι αυτή που μας ορίζει για το υπόλοιπο της ζωής μας, τότε ναι, για εκείνον ήταν. Και συνεχίζει μέχρι σήμερα να ορίζει, να προσανατολίζει το ποδοσφαιρικό του γούστο. Για εκείνον, που ποτέ του δεν έβαλε σε κάποιον την ταμπέλα του “προτύπου” και σε κανέναν, αυτός έτεινε να εξελιχθεί σε τέτοιο, μετά τον πατέρα του φυσικά. Πρότυπο ήθους, πρότυπο ποδοσφαιριστή. Όπως κάθε παιδάκι, είχε κι εκείνος τον ήρωά του. Έναν ήρωα, που προσπαθούσε να μιμηθεί και να κοπιάρει όσο τίποτα άλλο. Στις τρίπλες, στην τεχνική, στα γκολ, στους πανηγυρισμούς.

Μετά ήρθε ο καινούριος. Ο ξανθός. Αυτός ήταν πιο συνειδητή επιλογή. Ο πρώτος υποχώρησε στο ασυνείδητο. Άλλος είχε την πρωτοκαθεδρία. Άλλος μονοπωλούσε το ενδιαφέρον. Άλλον προσπαθούσε να μιμηθεί. Ίσως και με περισσότερη επιτυχία. Η ιστορία προχώρησε. Ο χρόνος έκανε και πάλι το θαύμα του. Στο κουρμπέτι 10 χρόνια και κάτι ψηλά, άρχισε πάλι η μεταστροφή. Το “πισωγύρισμα”. Ίσως ήταν η ανάγκη για επαναπατρισμό, που λειτούργησε καταλυτικά. Σε μια φάση, που το συναίσθημα ξαναφούντωνε, η επιστροφή στις καταβολές του έμοιαζε λυτρωτική. Ήταν όντως λύτρωση. Η καθεστηκυία κατάσταση επανήλθε. Ο πρώτος ήταν ξανά πρώτος. Ο ξανθός αρκέστηκε στη δεύτερη θέση. Τρίτος ήταν ένας ψηλέας, που κάλυπτε το τέρμα με μαγεία. Σαν να 'χε δώσει όρκο σε μια ανώτερη δύναμη ότι “Δε θα περάσει”. Σαν να έπινε από το μαγικό των Γαλατών κι έπαιρνε μπρος. Άνθρωπος πείσμων και αποφασιστικός. Αρνιόταν και ακόμη αρνιέται.


                                             



Στην αρχή της ωρίμανσης άρχισε να βλέπει κάποια πράγματα πιο καθαρά. Και τους 3 τους αγαπούσαν. Τον πρώτο όμως πιο πολύ απ' όλους. Δεν ήταν ένα απλό νούμερο. Ήταν κάτι πολύ πιο υψηλό, κάτι το πιο πολύπλοκο. Ιδανικό; Ποδοσφαιρικός Μεσσίας; Θεός; Οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σ' αυτά τα 3 είναι ιδιαίτερα λεπτές. Η ουσία της υπόθεσης παραμένει η ίδια όμως. Η αγάπη τους έφτανε τα όρια της τρέλας. Της παράνοιας. Ήταν κάτι περισσότερο από τοπικός ήρωας. Τον αγαπούσαν όλοι. Ακόμη κι οι εχθροί του. Εκείνος ο επιβλητικός αριστεροπόδαρος, που το μαλλί του δεν χάλαγε ποτέ, τον έπαιρνε αγκαλιά συχνά πυκνά. Κι ας τα συμφέροντα τους συγκρούονταν. Ίσως τον ένιωθε μικρό του αδερφό. Ποιος ξέρει; Κι η αγάπη ξεπέρασε τα στενά όρια της χώρας. Ισπανία, Αγγλία, σηκώθηκαν στο πόδι να χειροκροτήσουν. Τότε που εκείνος κι οι άλλοι δύο από τους σωματοφύλακες έμειναν να δίνουν κουράγιο, δύναμη, πίστη.

Το πάθος είχε φουντώσει για τα καλά. Οι διηγήσεις συνεχίζονταν. Μόνο, που αυτή τη φορά ταξίδευε ολοένα πιο πίσω. Στο Βέλγιο του '85. Στην Ισπανία του '82. Στο μεταπολεμικό Τορίνο. Στην Αόστα. Επιβάτες αυτή τη φορά ο πατήρ και ο πρεσβύτερός του. Η φλόγα κοινή. Τα πρόσωπα ακόμη περισσότερα. Ιστορίες που έβριθαν από ζωή. Από Τιτάνες, που κάθε φορά επιδίδονταν σε μια τελετουργική αναπαράσταση της προηγούμενης μάχης τους. Με έκβαση διαφορετική. Όσα κι αν άκουγε, όσα κι αν ρουφούσε σαν σφουγγάρι, εκείνος ήταν εκεί. Καθηλωμένος στην πρώτη θέση. Η δοκιμασία μέσα στην ψυχή του ήταν πετυχημένη. Αφού δεν υποχώρησε στην ακμή της υπερπληροφόρησης του φορέα του, η λήθη θα τον εδραίωνε ακόμη πιο πολύ. Θα τον έχτιζε μέσα του.

Το πρώτο σοκ ήρθε το 2009. Ο ξανθός, παλιοσειρά πλέον, αποφάσισε να υποσταλεί. Εκούσια. Με χαμόγελο και δάκρυ. Έτσι δεν είναι οι αποχωρισμοί; Ένας φόβος μεγάλωνε μέσα του. Ανάσαινε πάνω στο λαιμό του. Ο χρόνος αυτή τη φορά λειτουργούσε εναντίον του. Εναντίον του πρώτου. Κι όλα έγιναν απρόσμενα. Δολοφονία, είπαν. Πιο πολύ έμοιαζε με αυτο-πυροβολισμό.

Κι έπειτα κενό. Σιωπή. Και ξανασυναντούσε το μαύρο. Θόλωνε. Αδυνατούσε να το χωνέψει και να το αναλογιστεί. Το μαύρο τον αγκάλιαζε ξανά. Κι υποκατάστατο δεν υπήρχε. Η αφήγηση, έφτασε στο παρόν και ξαναπήρε τον ίδιο δρόμο. Προς τα πίσω. Γιατί το σήμερα είναι θολό. Κι η ομίχλη πιο πυκνή απ' ότι ήταν κάποτε. Κι ο δρόμος δεν είναι δρόμος. Είναι λεωφόρος. Που οδηγεί στο μέρος, που μοιάζει με πατρίδα. Στην παιδική του ηλικία. Στα παιδικά του όνειρα.

Από τον Α. για τον Α.

Φόρτσα! 

2/1/15

Σε βαρομετρικό χαμηλό.



Μουντή και παγερή μέρα. Η θερμοκρασία κοντά στο μηδέν. Το περιβάλλον παρέχει απλόχερα την αφορμή. Όχι, δεν πρόκειται για ενημερωτικό δελτίο της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας. Σκέφτηκα να ζεστάνω την ατμόσφαιρα μ’ ένα κείμενο-αφιέρωμα στο πιο καυτό ζήτημα της καθημερινότητας της Juventus από το καλοκαίρι κι έπειτα· την παρουσία ή απουσία, αν προτιμάτε, και την αγωνιστική κατάσταση του Arturo Vidal. Το κείμενο θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί εναλλακτικά ως «Η άνοδος και η πτώση του βασιλιά Αρθούρου» ή ακόμη πιο δεικτικά «Πώς να ξενερώσεις τους οπαδούς σε 3 μήνες». Βαρείς χαρακτηρισμοί και τίτλοι, που έτειναν προς την υπερβολή. Ο συγκεκριμένος τίτλος, λοιπόν, επιλέχθηκε με μία σταθερά κατά νου· ο παίκτης δεν ξέχασε το ποδόσφαιρο, που ήξερε. Τελεία. Απλά βρίσκεται σε παρατεταμένο τέλμα. Αρκετά πράγματα μοιάζουν να μη λειτουργούν σωστά, εκείνος παρουσιάζεται ντεφορμέ, χωρίς διάθεση και ενέργεια. Όλα αυτά δημιουργούν ένα εκρηκτικά επικίνδυνο μείγμα και μια υπόθεση εξαιρετικά περίπλοκη, δαιδαλώδη και σκοτεινή. Με το Χιλιανό να μη διάγει τις καλύτερες μέρες του στο Τορίνο, να έχει αφήσει τον καλό του εαυτό και τη φόρμα του στα της περασμένης σεζόν, θα επιχειρήσω να ψηλαφήσω τα αδρά περιγράμματα των λίγων γεγονότων, που ήρθαν στην επιφάνεια και μετέτρεψαν την περίπτωσή του σε πρώτης τάξεως σαπουνόπερα.

Τις πταίει;
Ποιος και τι; Πρόβλημα πολυεπίπεδο. Με πτυχές, που μοιάζουν με συγκοινωνούντα δοχεία και η «έκρηξη» της μίας έθεσε σε εφαρμογή μια αλυσιδωτή αντίδραση τύπου domino. Ο αποκλεισμός από τη Benfica, η επιβάρυνση στο Mundial, το χαμένο πέναλτι με τον Ολυμπιακό. Το πρόβλημα επαφίεται σε 5 διαφορετικές διαστάσεις, ευρυφασματικές, με διαφορετικό περιεχόμενο, αλλά σε απόλυτη συνάφεια με τις υπόλοιπες. Έτσι, μοιάζει απόλυτα λογικό ο τραυματισμός, η κακή αποθεραπεία, η επιστροφή στο μεταβαλλόμενο ποδοσφαιρικό περιβάλλον του Vinovo, τα εξωαγωνιστικά τερτίπια του παίκτη να οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στη φετινή αγωνιστική μετριότητα.

Η αρχή της μάστιγας.
Μια αναδρομή στην παρελθούσα 3ετία, με προπονητή τον Antonio Conte, κρίνεται απαραίτητη. Ο τραυματισμός, που άνοιξε τον ασκό του Αιόλου έχει τις ρίζες του εκεί. Αρχικά, γίνεται λόγος, πολύ σωστά, για υπερεπιβάρυνση και καταπόνηση του παίκτη. Ισχυρισμός, που έχει βάση, καθώς ο Vidal για τον Conte ήταν το ίδιο σημαντικός με τον Pirlo, αν όχι περισσότερο. Είναι γνωστό τοις πάσι ότι ο παίκτης δεν ξεκουραζόταν ούτε στα θεωρητικά εύκολα παιχνίδια, με αποτέλεσμα να συσσωρεύεται κόπωση και καταπόνηση. Επιπροσθέτως, η κράση του δεν είναι «βιονική», που όλοι μας πιστεύαμε και λογικό επόμενο ήταν να κλατάρει ο παίκτης. Ειδικότερα, την τελευταία σεζόν έπαιζε επί μήνες με πρόβλημα στο μηνίσκου του δεξιού του ποδιού, επιβαρύνοντας αποφασιστικά την κατάσταση του γονάτου του. Για να κλείσει με το χειρότερο τρόπο η αλληλουχία των τραγικών χειρισμών, προστέθηκε στη λίστα το καθυστερημένο χειρουργείο του παίκτη, μετά την απώλεια του στόχου του Europa League από τους Λουζιτανούς της Benfica.

Το χειρουργείο και ο «πνιγμός» στον Αμαζόνιο.
Την επόμενη του αποκλεισμού εισέρχεται στο χειρουργείο. Η αρθροσκόπηση, στην οποία υπεβλήθη απαιτούσε περίπου 2-2,5 μήνες αποθεραπείας. Με την επιπλέον επιβάρυνση που υπέστη το γόνατο, - ο παίκτης αγωνιζόταν τραυματίας - το διάστημα αυτό θα έπρεπε, φυσιολογικά, να είναι κατά τι μεγαλύτερο. Όλα αυτά υπό συνθήκες ιδεατές. Η πραγματικότητα ήταν κάπως διαφορετική. Το Παγκόσμιο Κύπελλο, η θέληση του παίκτη να συμμετάσχει στη διοργάνωση, αλλά και η πίεση από μέρους της Χιλής προκειμένου να είναι ετοιμοπόλεμος – ο Jorge Sampaoli τον θεωρεί ακρογωνιαίο λίθο για το σύστημα των Λατινοαμερικάνων – οδήγησαν σε αποθεραπεία-ρεκόρ, που ολοκληρώθηκε σε διάστημα μικρότερο του ενός μήνα. Όπως είχαν δηλώσει οι γιατροί, ο παίκτης ήταν ιατρικά έτοιμος να δώσει το «παρών», αλλά η παρουσία του στα γήπεδα της Βραζιλίας διατράνωσε την κυριαρχούσα πεποίθηση· το μυαλό ήθελε, αλλά το σώμα αρνούνταν πεισματικά να ανταποκριθεί. Η αποθεραπεία-express, οι πόνοι στο γόνατο, που έκαναν την εμφάνισή τους και κατά τη διάρκεια του Mundial και κυρίως ο φόβος για υποτροπή, έδειξαν σε παίκτη και προπονητικό επιτελείο ως μόνη οδό το συντηρητικό πρόγραμμα άμα τη επιστροφή του στο Piemonte. Οι παράγοντες αυτοί του στέρησαν ουσιαστικά τη σωστή προετοιμασία, που είχε ακολουθήσει τα προηγούμενα καλοκαίρια. Προφανώς, λοιπόν, είναι απόλυτα λογικό να στερείται τρεξιμάτων, ενέργειας και δυναμισμού. Εκείνο συμπεραίνουμε είναι πώς η πλευρά της Juventus χειρίστηκε με το χειρότερο τρόπο την υπόθεση. Όχι μόνο έθεσε σε κίνδυνο τον παίκτη και την καριέρα του, ρίσκαρε την επένδυσή της, αλλά και έθεσε εν αμφιβόλω τη μελλοντική της πορεία, της οποίας ο Vidal είναι βασικός συντελεστής. Σε δύο διαφορετικές χρονικές φάσεις οι διοικούντες της «Μεγάλης Κυρίας» κρίθηκαν μετεξεταστέοι· η πρώτη είναι το καθυστερημένο χειρουργείο. Η δεύτερη είναι η έλλειψη δυναμισμού, πυγμής και η υποχώρηση υπό το βάρος των πιέσεων της Εθνική Χιλής, με την οποία δεν ήθελε να έρθει σε ανοιχτή αντιπαράθεση. Προτιμήθηκε η διπλωματία από τη διασφάλιση των κεκτημένων της.


                             


Κινήσεις πανικού και παίκτης ενδεής κινήτρων.
Μοιάζει και ομολογώ πώς είναι κουραστικό. Αλλά είναι η βάση όλων για την πορεία της Juventus από το καλοκαίρι κι έπειτα. Η αποχώρηση του Conte από τον πάγκο της ομάδας τη δεύτερη μέρα της προετοιμασίας – πολύ κακό το timing για μια τέτοια αλλαγή, αντικειμενικά – θεωρείται δικαίως σημείο μηδέν. Το σοκ, η οργή και η αγανάκτηση του κόσμου πέρασε, όπως είναι φυσικό και στους παίκτες. Τους μόλυνε. Μετεγγραφές «παγώνουν» προσωρινά, διαρρέουν φήμες ότι ορισμένοι παίκτες απαιτούν συνάντηση με τους διοικούντες κι άλλες σκηνές απείρου κάλλους. Δικαίως και κατανοητό πλήρως. Για ένα σεβαστό κομμάτι του roster ο Conte είναι μέντορας. Ο άνθρωπος, που τους έδωσε την ευκαιρία να εκτινάξουν την καριέρα τους ή να την ξαναβάλουν back on track. Η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι, η αίσθηση που επικρατεί θέλει τον Allegri προσωρινό ή έστω μεταβατικό με την ταμπέλα, που τον συνοδεύει να γράφει «πισωγύρισμα». Άπαντες «ξενερωμένοι». Σε τέτοιες περιστάσεις, ρόλο για τον αθλητή παίζει η ικανότητά του ίδιου να δημιουργεί νέα κίνητρα ανεξάρτητα από εκείνα, που προτάσσει ο προπονητής στην ομάδα. Παίζει ρόλο η αποφασιστικότητα του χαρακτήρα. Κι ο Vidal μοιάζει με παίκτη, που αδυνατεί να παράξει κίνητρο για να δώσει το 100% υπό τις οδηγίες του νέου προπονητή. Η έλλειψη κινήτρου «πυροδοτεί» τη χαλάρωση της αυτοπειθαρχίας κι έτσι φτάνουμε στο εξωαγωνιστικό επεισόδιο με τον Arturo να πρωταγωνιστεί σε καυγά σε club του Τορίνο παραμονές σημαντικού αγώνα για το Champions League στα μέσα Οκτωβρίου. Και τη δημόσια κατακραυγή του.

«Γιατρέ μου, έχω ψυχολογικά;»
Στα μάτια μου, ο Vidal, εκτός από κίνητρα, μοιάζει να στερείται και την αυτοπεποίθηση, που διέκρινε το παιχνίδι του από τη μέρα που αφίχθη στο Τορίνο. Ομολογουμένως, τη φετινή σεζόν δεν έχει κάνει ούτε ένα καλό παιχνίδι, βάσει των standards του. Μοιάζει με περιφερόμενη καρικατούρα στο τερέν. Με παίκτη, που δεν έχει υπόσταση στο παιχνίδι του και χαρακτηρίζεται από flat έως κενός. Όποτε χρησιμοποιείται δε μπαίνει δυνατά στις μονομαχίες, δείγμα του ότι ο τραυματισμός του τον βασανίζει ακόμη νοητικά και δεν τον έχει ξεπεράσει ακόμη. Συγκέντρωση στο παιχνίδι του δεν υπάρχει· τα ποσοστά του στις πετυχημένες πάσες είναι χαμηλά σε σχέση με τα συνηθισμένα, χάνει πολλές μπάλες από απροσεξία και αφηρημάδα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το παιχνίδι με τον Ολυμπιακό στην Αθήνα, όταν σχεδόν δώριζε τη μπάλα στους παίκτες της ελληνικής ομάδας. Μέχρι τώρα έχει μαζέψει ουκ ολίγες κάρτες για καθυστερημένα μαρκαρίσματα ή άγαρμπες ενέργειες, στο παιχνίδι με τη Sampdoria ο διαιτητής του χάρισε την κόκκινη κάρτα, ενώ ήδη έχει μείνει εκτός αγωνιστικής δράσης, λόγω τιμωρίας λόγω συμπληρωμένου αριθμού καρτών. Είναι φανερό ότι δεν έχει ψυχολογία. Παίζει φοβισμένα, χωρίς πίστη στις ικανότητές του. Δεν παίρνει πρωτοβουλίες. Η εικόνα του Vidal να κατεβάζει τη μπάλα από την περιοχή της Juventus, είτε για να τη μεταβιβάσει στον Pirlo κι εκείνος να οργανώσει το παιχνίδι είτε για να βγει στην αντεπίθεση, φέτος εκλείπει. Το χαμένο πέναλτι στον επαναληπτικό αγώνα με τον Ολυμπιακό λειτουργεί ως το καλύτερο πειστήριο. Βέβαια, από την όλη συνάρτηση δε μπορούμε να αφήσουμε εκτός και τη διαχείρισή του από το νέο προπονητή, που κάθε άλλο παρά εμπιστοσύνη δείχνει να τρέφει προς το πρόσωπό του. Προς το παρόν, ευελπιστώ.

Τρία κλικ αριστερά.
Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής της Κατερίνας Γώγου ταιριάζει απόλυτα στον τρόπο μετεγκατάστασης του Vidal στο χώρο, βάσει του νέου συστήματος που εφαρμόζει ο Λιβορνέζος τεχνικός. Επί Conte ο Χιλιανός αγωνιζόταν εκ δεξιών του Pirlo, με εξαιρετική απόδοση τόσο αμυντικά, όσο και επιθετικά. Αποτέλεσμα; Να μετατραπεί στον πιο box to box αμυντικό μέσο, που κυκλοφορεί στο ευρωπαϊκό στερέωμα. Ο Allegri, αντιθέτως, του επιφυλάσσει ένα νέο ρόλο στο 4-3-1-2, που χρησιμοποιεί το τελευταίο χρονικό διάστημα. Εκείνον του 10αριού. Με στόχο να κλείσει την «τρύπα», που προκύπτει από την έλλειψη παίκτη για να αγωνιστεί πίσω από τους δύο επιθετικούς. «Και γιατί θυσιάζει αυτόν κι όχι κάποιον άλλο;» θα μπορούσε να αναρωτηθεί ο οποιοσδήποτε. Αυθόρμητο και καίριο ερώτημα. Για δύο προφανείς λόγους. Αφενός, για να χωρέσουν όλοι. Η τριάδα Pogba-Pirlo-Marchisio παγιώθηκε εν τη απουσία του «Πολεμιστή» και τους εμπιστεύεται περισσότερο, τον καθένα για διαφορετικούς λόγους, από το Χιλιανό. Αφετέρου, είναι ο πιο ευέλικτος ήτοι versatile, πολυδιάστατος και ευπροσάρμοστος παίκτης της ομάδας, οπότε η πρώτη σκέψη στο μυαλό του Allegri εικάζω πως ήταν «Πέρσι έπαιξε libero, γιατί όχι και επιθετικός μέσος φέτος;». Κυριαρχούσε η εντύπωση, δηλαδή, ότι είχε τη δυνατότητα να καλύψει τη θέση με επιτυχία. Αμ δε. Ο Vidal στερείται τη δημιουργία, την κάθετη πάσα και την ευελιξία να κινείται στα ρήγματα, που δημιουργούνται, ούτως ώστε να θεωρηθεί καλή λύση για τη συγκεκριμένη θέση. Απότοκο του συγκεκριμένου πειραματισμού το ξενέρωμα του ποδοσφαιριστή, ο οποίος όποτε επιλέγεται να αγωνιστεί πίσω από τους 2 επιθετικούς και η κάμερα εστιάζει πάνω του μοιάζει εντελώς έξω από τα νερά του.

Με μια βαλίτσα στο χέρι.
Ήταν πρωταγωνιστής στο, κατά γενική ομολογία, μεγαλύτερο σίριαλ του καλοκαιριού. Το ενδιαφέρον από μεγάλες ευρωπαϊκές ομάδες ήταν ζωηρό και το χαλί από εκατομμύρια, που στρώθηκε στα πόδια του υπαρκτό. Η φημολογία φούντωνε μέρα με τη μέρα, καθώς ο ίδιος και πολύ περισσότερο ο manager του Fernando Felicevich φρόντιζαν να κρατούν ανοικτό το παράθυρο της αποχώρησης από το Piemonte. Η συγκεκριμένη τακτική προκάλεσε αστάθεια στη συμπεριφορά, την προσήλωση και την αφοσίωση του ποδοσφαιριστή, του οποίου ο νους ενδεχομένως ταξίδευε μακριά από τη βάση του. Πώς θα μπορούσε η απόδοσή του να μην επηρεαστεί, εφόσον η υπόθεση δεν είχε τελεσιδικήσει; Εν τέλει παρέμεινε στο Τορίνο, χωρίς όμως να έχει αποδείξει με την απόδοσή του στο γήπεδο πώς αυτή ήταν η βασική επιθυμία του από το καλοκαίρι.

Κλάση ή χρήματα;
Ήρθε η ώρα να μιλήσω επί προσωπικού. Με τα όσα έχουν διαδραματιστεί από τις αρχές Σεπτεμβρίου έως και σήμερα, πολλοί είναι εκείνοι που κακίζουν τη στάση της Juventus να μην παραχωρήσει τον παίκτη, εκμεταλλευόμενη μια από τις δελεαστικές προτάσεις που έφτασαν στην Corso Galileo Ferraris. Εύλογα το θέμα μπαίνει σε επαναδιαπραγμάτευση. Κόντρα στο ρεύμα θα επιλέξω το πρώτο, επιμένοντας στην κλάση. Αρχικά, ας δούμε το θέμα με οικονομικά κριτήρια. Ήταν πρακτικά αδύνατο ο παίκτης να πιάσει το peak της τιμής του με ένα πρόσφατο χειρουργείο να βαραίνει το ιατρικό του φάκελο και να ρίχνει σκιές πάνω από το κατά πόσο θα ήταν έτοιμος να «μπει» σε φουλ αγωνιστικούς ρυθμούς στη νέα του ομάδα. Δεύτερον, από την πλευρά της Juve είναι προφανές ότι θα υπήρχε δυσκολία στην αντικατάσταση του παίκτη. Δεν υπάρχει άλλος τέτοιος παίκτης, τουλάχιστον διαθέσιμος προς μετεγγραφή, οπότε ο Χιλιανός θα υποκαθιστούνταν από έναν εύπλαστο, νεαρό και άπειρο ποδοσφαιριστή. Δεν υπάρχει ο κατάλληλος προπονητής για κάτι τέτοιο όμως. Τρίτον, με τα έως τώρα πεπραγμένα να λένε την πικρή αλήθεια, ήταν από δύσκολο έως αδύνατο να γίνει καλή διαχείριση των χρημάτων, ειδικά αν αναλογιστούμε πώς στην αγορά υπάρχουν αρπακτικά, που διψούν για «αίμα». Τέλος, μπαίνει και το ηθικό σκέλος στην υπόθεση. Η χιλιοειπωμένη «στήριξη» αποδεικνύεται εμπράκτως όταν κάποιος παίκτης κάνει «κοιλιά» ή δεν αποδίδει με τον τρόπο, που μας έχει συνηθίσει και όχι όταν όλα βαίνουν καλώς. Δε νομίζετε;


                                               


Σημείωση προς αριθμολάγνους.
Τη φετινή σεζόν ο Vidal μετρά 19 συμμετοχές, 5 τέρματα και 1 assist. Η απόδοσή του στο γήπεδο όμως είναι επιεικώς απαράδεκτη. Οι αριθμοί στο ποδόσφαιρο δε λένε τα πάντα. Fact. Η γενικότερη εικόνα του ποδοσφαιριστή και της απόδοσής του αντικατοπτρίζεται και επιβεβαιώνεται από την πλήρη καθίζησή του σε όλες τις στατιστικές κατηγορίες. Η πτώση των αριθμών του Χιλιανού έχει άμεση επίδραση και στα νούμερα της μεσαίας γραμμής της ομάδας, αλλά κυρίως στην εικόνα της. Παρουσιάζεται τουλάχιστον ένα κλικ πιο αργή, λιγότερο δυναμική και πιεστική. Αυτό οδηγεί σε ένα κέντρο αρκετά πιο soft, με αμυντική ανισορροπία, που μετριάζεται, ευτυχώς, από την πολύ καλή φετινή παρουσία του «Principino».

Κλείνοντας και χωρίς να έχω κάτι περισσότερο να προσθέσω στα ήδη αναφερθέντα, συνιστώ ψυχραιμία και υπομονή. Ο ποδοσφαιριστής περνάει μια δύσκολη περίοδο, αλλά βγάζει θετική αύρα προς τα έξω και μοιάζει να προσπαθεί να ανακτήσει τη χαμένη του φόρμα. Γι’ αυτό, πίστη στις ικανότητές του, εμπιστοσύνη στο φιλότιμό του και κυρίως μην ξεχνάμε πώς είναι ο Vidal, που επί 3 χρόνια επευφημούσαμε άπαντες. Basta και το μέλλον θα δείξει αν έμαθε από την περιπέτειά του.

Φόρτσα!

Καλή χρονιά. Εύχομαι ένα έτος δημιουργικό, μεστό, πιο φωτεινό. Γεμάτο πάθος, στόχους, υπομονή, υγεία, χαμόγελο, επιτυχία, θέληση, όνειρα. Αυτά είναι η βάση. Το πώς θα συναρμολογήσει ο καθένας τα κομμάτια του δικού του παζλ για το ’15 είναι υπόθεση προσωπική.  

23/12/14

Βήμα σ' έναν ψυχοπαθή.




Καφές. Όχι λόγω ανάγκης, αλλά εκ συνηθείας εκπορευόμενος. Οι επόμενες κινήσεις μηχανικές, αν όχι ενστικτώδεις. Εκκίνηση του Η/Υ, τακτοποίηση της καρέκλας και δίπλα η κούπα με το ζεστό ρόφημα. Άλλη μια μέρα μουντή, για τον ίδιο, ακόμη κι αν έξω έχει λιακάδα. Φαινομενικά, άλλη μια μέρα στη ρουτίνα του. Στις ίδιες νόρμες, που ζει τον τελευταίο καιρό, υποταγμένος πλήρως στα πρέπει κι όχι στα θέλω του.

Συνήθως από μια τέτοια μέρα δεν ξεκινάνε όλα; Από μια μέρα, που υπόσχεται λίγα. Είχε κανονίσει από το περασμένο βράδυ να βρεθεί με τον Σ. Καλός φίλος. Έχουν περάσει μήνες από την τελευταία φορά, που ειδώθηκαν. “Μακάρι κάτι να κυλήσει διαφορετικά”, σκέφτηκε. Ταυτόχρονα είχε ξεκινήσει η περιήγηση σε διάφορους ιστοτόπους, με στόχο την ενημέρωση για τα τελευταία συμβαίνοντα αναφορικά με την ομάδα του. Άλλη μια μέρα στη ρουτίνα, όντως. Τίποτα δεν αλλάζει. Σηκώνεται ράθυμα, βάζει καθαρή αλλαξιά, φορτώνεται με το πανωφόρι και ξεκινάει.

Με 10 απλωτές φτάνει στη στάση. Μπαίνει στο τροχοφόρο, που θα τον οδηγήσει στον προορισμό του, αφού διασχίσει τη μισή Α. Γίνεται ένας από τους πολλούς απρόσωπους του πλήθους. Από εκείνους τους γκρι ανθρώπους, που κοιτάνε άλλοτε νυσταγμένα, άλλοτε με κακεντρέχεια, άλλοτε με πλήρη επίδειξη μένους ή καλύτερα μίσους, το διπλανό ή τον απέναντί τους. Φορά το προσωπείο του. Προσπαθεί να κάνει την αναμονή πιο γλυκιά και ενδιαφέρουσα με μουσική. Επί ματαίω. “Παράξενη η ψυχολογία του πλήθους. Μοιάζουν όλοι τους με άτομα, που δε διαθέτουν κανένα σημείο επαφής. Σακιά με διαφορετικές καταβολές, διαφορετικές ιδεολογίες, ιδανικά. Κι όμως υπό τη σκέπη κάτι οικουμενικού, ενδεχομένως η συνοχή τους να άγγιζε το 100%”. Εκείνος δεν έμοιαζε με όλους εκείνους τους γκρι. Η ζωή του περιστρεφόταν γύρω από δύο μοτίβα. Εκείνα του μαύρου και του άσπρου. Είχε μάθει να είναι των άκρων. Είτε θα γέλαγε από την ψυχή του, χαμογελώντας εγκάρδια, είτε το αντίθετο. Ο παρονομαστής ένας. Και τις δύο του καταστάσεις τις βίωνε στο έπακρο.

Τον τελευταίο καιρό το μαύρο τον κυρίευε. Εν μέρει λογικό. Όταν παραδίνεσαι στον κατακτητή, εκείνος σε καταδυναστεύει, κάνει επίδειξη δύναμης, σε συνθλίβει. Είχε έρθει η ώρα να κατέβει. Αργοπορημένος. Παράξενο για εκείνον και πολύ περισσότερο για τον άνθρωπο, που συναντά. Τον περιμένει ήδη ο Σ. Χαιρετιούνται εγκάρδια. Άλλωστε, είναι από τους λίγους ανθρώπους, που τον αντιλαμβάνονται ως οντότητα. Συζητούν. Για ομάδες, για κερκίδες, για οργανωμένους περισσότερο. Υπάρχουν κάποιες σταθερές, βάσει των οποίων τους κατατάσσουν. Το ιδεολογικό προκάλυμμα παίζει ρόλο καταλυτικό. Σε μια τέτοια δράση βρίσκονται. Για μια τέτοια δράση. Να στηρίξουν, να βοηθούν, να σταθούν εμπράκτως. Εμπραγμάτως, περιστασιακά. Με τη φυσική τους παρουσία και ενέργεια, σαφώς.

Έχει φτάσει σχεδόν απόγευμα. Ο πρώτος κόσμος άρχισε να συγκεντρώνεται. Διφυής. Είτε είχε σκοπό να συνδράμει παντοιοτρόπως, είτε να λάβει τη βοήθεια. Και τριγύρω πιτσιρίκια. Πρόσωπα αθώα. Πρόσωπα φωτεινά. Χαμογελαστά. Πρόσωπα παιδικά, με λαμπερά μάτια. Με απόθεμα κουράγιου. Με απύθμενη όρεξη για παιχνίδι και ζωή. Το μεσημεράκι είχε ξεκινήσει από το σπίτι χωρίς σκοπό. Απλά για να μη μείνει άλλη μια μέρα εγκλωβισμένος σε τέσσερις τοίχους. Τελικά, ο σκοπός και η λειτουργία του φανερώθηκε. Ήταν ίσως εκείνος, που ντύθηκε πριν λίγες ώρες ως ενδότερο κίνητρο για να τον ξεκολλήσει από την καρέκλα. Σημασία είχε ότι έπαιρνε υπόσταση μπροστά του. Ξαφνικά, το μαύρο του έγινε γκρι. Κι όσο παρατηρούσε τα μικρά να σπάνε το φράγμα του άγχους, του πόνου, της έλλειψης, τόσο περισσότερο φώτιζε η απόχρωση. Ώσπου μετατράπηκε σε λευκό. Πιο λευκό κι από εκείνο το λευκό στο κενό βλέμμα, που τόσες φορές είχε αντικρίσει και πίστευε πλέον ότι φέρει. Σαν μεταδοτική ασθένεια. Το στομάχι του κόμπος. “Είναι τρομερό το πόσο χαμόγελο κρύβεται στα πιο απίθανα μέρη. Είναι απίστευτο το πόση ενέργεια εσωκλείει ένα χαμόγελο”. Αν μπορούσε, θα έμενε εκεί για πάντα. Να ψηλαφεί τα περιγράμματα της ευτυχίας των ανθρώπων εκείνων. Ανθρώπων, που έδιναν αγώνα για την επιβίωση των ίδιων και των οικογενειών τους, αλλά δεν ξεχνούσαν να χαμογελούν. Να απελευθερώνουν ενέργεια και δύναμη. Και θέληση και πείσμα και αυταπάρνηση.

Αν μπορούσε θα έμενε εκεί για πάντα. Να βρει τον τρόπο να φέρει ξανά στην επιφάνεια την υποβόσκουσα ανάγκη του για δράση. Να την ποτίσει με ενέργεια και να την βαφτίσει ζωή. Να την πιάσει από το λαιμό, να στύψει την ενέργειά της και να τη γευτεί μέσα από την αδρεναλίνη, που ήταν πρόθυμη να του παράσχει. Ήταν ώρα να χωρίσουν. Εκείνος, ο Σ., τα παιδιά της δράσης. Εκείνα τα παιδιά, που έμοιαζαν τόσο διαφορετικά, αλλά ήταν δεμένοι περισσότερο κι από οικογένεια. Αν το σκεφτείς διαφορετικά ήταν οικογένεια. Γιατί είχαν κάτι, που στερούνται πολλές. Αλληλεγγύη, αλληλοσεβασμό, αυτενέργεια. Ο Σ. του πρότεινε να φύγουν μαζί με τη συγκοινωνία για να 'χουν την ευκαιρία να συζητήσουν λίγο παραπάνω. Αρνήθηκε ευγενικά. Του ανταπάντησε ότι θα κόψει σπίτι με τα πόδια.

Φόρεσε ακουστικά, έβαλε το σταθμό του και ξεκίνησε τη βόλτα του γυρισμού μέσα από τις αρτηρίες της Α., που εν τω μεταξύ έχανε το αυτόφωτο του ηλίου. Σπατάλη ενέργειας. Η μουσική δεν ήταν απαραίτητη. Δεν του έδινε κάτι. Σ' όλη τη διαδρομή της επιστροφής σκεφτόταν λέξεις, στις οποίες θα χωρούσαν τα όσα έζησε και αισθάνθηκε εκεί. Ήδη το λευκό είχε εξαφανιστεί και τη θέση του κατέλαβε το μαύρο. Σκεφτόταν πώς θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις λέξεις για να δώσει όσο πιο παραστατικά μπορούσε αυτό του το βίωμα. Σκεφτόταν. Σκεφτόταν. Σκεφτόταν. Ο κόσμος πέρναγε γύρω του δίχως να τον αγγίζει, όπως ακριβώς το ρεύμα ενός ποταμού στο μέσο του οποίου είναι παλουκωμένο ένα κούτσουρο. Και βρέθηκε, ασυνείδητα, στην εξώθυρά του. Ανέβηκε απρόθυμα στο διαμέρισμα, έκατσε στην καρέκλα. Ο καφές είχε κρυώσει, η οθόνη του Η/Υ είχε παγώσει. Εγκλωβίστηκε ξανά στην αλληλουχία και τη συνέχεια των ψυχαναγκασμών, που τον ορίζουν. “Μα τί κάνω;”


*Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα δεν είναι συμπτωματική. Είναι εκούσια και στοχευμένη. Θα με ρωτήσετε τί σχέση έχει όλο αυτό το κατεβατό με τη Juventus και το Campionato. Η συνάφεια είναι τεράστια γιατί ό,τι φαίνεται και παρουσιάζεται δεν είναι. Γιατί οι “κακοί” είναι εκείνοι, που συνήθως δίνουν το είναι τους για το διπλανό τους, με κίνδυνο να μείνουν κενοί. Αυτό όμως δεν σημαίνει να είσαι άνθρωπος;

Καλά Χριστούγεννα και καλές γιορτές σε άπαντες, με περισσότερη κοινωνική ευαισθησία και ανθρωπιά. Φόρτσα!

25/10/14

Εξερευνώντας τη «Μέση Γη».



Στο μυθιστόρημα του J.R.R. Tolkien, «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών», ως Μέση Γη ορίζεται ο τόπος, όπου το μαγικό συναντά το πραγματικό. Για τους μύστες του ποδοσφαίρου το μέσο της γρασιδένιας γης είναι ο χώρος, από τον οποίο πολλοί μάγοι του αθλήματος εφορμούσαν και εφορμούν ακόμη. Η μεσαία γραμμή, η Μέση Γη των ποδοσφαιρόφιλων, είναι το λίκνο της ποδοσφαιρικής μαγείας και ευφυΐας. Η κυριαρχούσα αντίληψη θέλει την ισχυρή ομάδα αφενός να χτίζεται από πίσω προς τα εμπρός και αφετέρου να καταφέρει να δομήσει ένα αξιόμαχο, δυναμικό και συμπαγές κέντρο. Άποψη με απόλυτα αληθή βάση.

Η σημασία.
Διαχρονικά, η ύπαρξη δυνατής μεσαίας γραμμής θεωρείτο το εφαλτήριο για την κατάκτηση τίτλων. Ο χαρακτήρας του κέντρου εξουσίας, κατά πολλούς, της ποδοσφαιρικής ομάδας είναι πολυσήμαντος και πολυδιάστατος. Στο αμυντικό σκέλος είναι ο τοίχος, πάνω στον οποίο προσκρούει το πρώτο κύμα επίθεσης των αντιπάλων. Στο επιθετικό κομμάτι, από το κέντρο ο στρατηγός της ομάδας και το επιτελείo του μοιράζουν κατευθύνσεις στο υπόλοιπο δυναμικό της ομάδας με στόχο την επίτευξη τέρματος.

Σταδιακά και προϊόντος του χρόνου, τα συστήματα με τριπύρηνο κέντρο κερδίζουν έδαφος έναντι εκείνων με δύο χαφ είτε στην ευθεία (κλασικό 4-4-2) είτε το ένα πίσω από το άλλο (4-4-2 με κλειστό ή ανοιχτό ρόμβο). Η κυριαρχία της Barcelona, για μια πενταετία, πλάι στις πολλές, μεγάλες, ριζικές και πολυεπίπεδες αλλαγές που επέφερε, ανασημασιοδότησε το χαρακτήρα της μεσαίας γραμμής, επαναδιαπραγματεύτηκε τους ρόλους και τα χαρακτηριστικά των ποδοσφαιριστών, ανοίγοντας μια νέα οδό προς την πολυπλοκότητα. Όλα αυτά βασίστηκαν στην αντίληψη του Guardiola για το ποδόσφαιρο κατοχής, το οποίο επί θητείας του ήταν το βασικό μέσο άμυνας και εξουθένωσης του αντιπάλου.

Η εφαρμογή των τύπων στη Juventus.
Ο Conte, ως παλιός μέσος, όταν ανέλαβε το 2011 τα ηνία της ομάδας αντιλήφθηκε πώς το μέχρι πρότινος προσφιλές του 4-2-4 δεν ήταν το ιδανικό σύστημα για μια ομάδα, η οποία ήθελε να επιστρέψει στον πρωταθλητισμό και να επανακτήσει το dna του νικητή. Έτσι, στράφηκε σε σύστημα με τρεις μέσους – αρχικά στο 4-3-3 κι έπειτα στο 3-5-2. Η συλλογή των απαραίτητων κομματιών έγινε αργά και σταδιακά, ενώ τέτοια προστίθενται στο παζλ ακόμη και σήμερα. Εκείνο το καλοκαίρι, εν αρχή ην ο Marchisio. Ένας χαφ, που σπάνια αγωνιζόταν στη φυσική του θέση. Παράλληλα, αποκτήθηκαν ο Pirlo ως ελεύθερος από τη Milan και ο Vidal έναντι μόλις 12,5 εκατομμυρίων από τη Bayer Leverkusen, καθώς το συμβόλαιό του έληγε. Το επόμενο καλοκαίρι ένας ταλαντούχος νεαρός Γάλλος μέσος ονόματι Paul Pogba πέρασε το κατώφλι του Vinovo, χωρίς πολλές τυμπανοκρουσίες, ως ελεύθερος επίσης, ενώ την περασμένη μετεγγραφική περίοδο ο Roberto Pereyra έκανε τη συνήθη διαδρομή Udine-Torino, με τη μορφή δανεισμού το κόστος του οποίου ανήλθε στο 1 εκατομμύριο ευρώ. Η συνολική δαπάνη για τη δημιουργία αυτού του ποιοτικού και αξιόμαχου κέντρου ανήλθε σε 13,5 εκατομμύρια ευρώ σε περίοδο τεσσάρων ετών. Διόλου άσχημα.

Ο μαέστρος.
Μαζί με το μεγάλο capitano, Alex Del Piero, ο Andrea Pirlo είναι ό,τι πιο δαντελένιο και φινετσάτο πέρασε από τη Juventus τα τελευταία χρόνια. Χαρακτηρίζεται ως η μετεγγραφή, που άλλαξε τη σύγχρονη ιστορία του Campionato. Όχι άδικα. Μετά από μία κακή σεζόν στη Milan το 2010-11, αναδείχθηκε σε δημιουργικό αναμορφωτή και ηγέτη στο κέντρο για τη La Madama. Κυρίως όμως έφερε τον αέρα του πρωταθλητή και μπόλιασε τους συμπαίκτες του με τη νοοτροπία του νικητή, που διέπει όλη την καριέρα του. Μαζί με τον Conte κατόρθωσαν να αλλάξουν ριζικά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στο Torino. Το πρώτο πρωτάθλημα, στο οποίο ήταν ο απόλυτος καταλύτης και ήρθε με δική του σφραγίδα,  αποτέλεσε το turning point για μια ομάδα βυθισμένη στην παρακμή, τη μιζέρια και την εσωστρέφεια. Η επιρροή του, βάσει των προπονητικών οδηγιών, στο παιχνίδι της Juventus είναι τεράστια, γεγονός, που τον τρέπει σε ακρογωνιαίο λίθο της ομάδας ακόμη και στα 35 του χρόνια. Δημιουργεί, σκοράρει, κρίνει αγώνες με μια κάθετη πάσα, με ένα χτύπημα φάουλ. Όταν εκείνος απουσιάζει ή είναι εκτός φόρμας, παρουσιάζεται μια ιδιότυπη δημιουργική στειρότητα. Πλέον, ευρισκόμενος στη δύση της μεγάλης και λαμπρής καριέρας του καλείται να πάρει μια σημαντική απόφαση, καθώς τα σημάδια του χρόνου επάνω του είναι πλέον εμφανή. Είτε θα αποδεχτεί την πραγματικότητα, κάνοντας ένα βήμα πίσω, αποχωρώντας από την Εθνική Ιταλίας και παίζοντας λιγότερα παιχνίδια μέσα στη χρονιά, με σκοπό να επιμηκύνει την ποδοσφαιρική ζωή του, είτε θα δώσει ένα τέλος, το οποίο δεν θα του αρμόζει, μουτζουρώνοντας έστω και ελάχιστα την κρυστάλλινη εικόνα της μεγαλειώδους διαδρομής του.

Το μηχανάκι.
Αν και δεν είχε την εξέλιξη, που όλοι θέλαμε και περιμέναμε, ο Claudio Marchisio αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο για την ομάδα μας. Η διαδρομή του ταραχώδης. Δυστυχώς για τον ίδιο, βγήκε στον αφρό σε μια περίοδο δύσκολη για τους Τορινέζους, γεγονός που επηρέασε σε βαθμό απόλυτο την φυσιογνωμία του στο τερέν. Αγωνίστηκε σε πληθώρα θέσεων και χρησιμοποιήθηκε σε πολλούς και διαφορετικούς ρόλους. Έτσι, θυμίζει ποδοσφαιρικό υβρίδιο, καθώς διαθέτει χαρακτηριστικά οργανωτή, αμυντικού μέσου, αλλά και box to box παίκτη, όλα σε ικανοποιητικό βαθμό, όχι όμως και στο μέγιστο. Επιπλέον, η έλλειψη ενός ποδοσφαιριστή-μέντορα για τον ίδιο έπαιξε εξέχοντα ρόλο στο μη καθορισμό προτεραιοτήτων στο παιχνίδι του. Χαρακτηριστική είναι η αδυναμία κατάταξής του σε μια ποδοσφαιρική νόρμα, ακόμη και σήμερα.

Η αστάθεια, οι πολλές μεταπτώσεις στην απόδοσή του, αλλά και οι ατυχείς τραυματισμοί, που τον ταλαιπώρησαν κατά καιρούς, δεν επέτρεψαν στον Claudio να παγιωθεί στη συνείδηση του απλού ποδοσφαιρικού κόσμου ως ένας ποιοτικός κεντρικός μέσος. Συν τοις άλλοις, διόγκωσαν το έλλειμμα αυτοπεποίθησης και αποφασιστικότητας, που τον διακρίνει. Ο φετινός ρόλος, που του επιφύλασσε ο προπονητής για να καλύψει το κενό του Pirlo, εν τη απουσία του τελευταίου, έμοιαζε ταιριαστός για τον ίδιο. Αν και υστερεί σε τεχνική κατάρτιση και δημιουργικότητα συγκρινόμενος με τον ιθύνοντα νου της ομάδας, κάλυψε τις όποιες αδυναμίες του στο ρόλο του regista με το αδιάκοπο τρέξιμό του, το πάθος, την εργατικότητα και τις πολύ καλές και γρήγορες πρώτες μεταβιβάσεις. Δε θα ήταν υπερβολικό να υποστηρίξουμε μάλιστα ότι η απόδοση του Marchisio στο συγκεκριμένο ρόλο και χώρο ήταν μια από τις αιτίες, που η Juve διατήρησε την εστία της ανέπαφη στις πρώτες αγωνιστικές του πρωταθλήματος.


      



Ο «τα κάνω όλα και συμφέρω».
Τρέχει, μαρκάρει, δημιουργεί, σκοράρει. Η αδυναμία απόκτησης του Inler από την Udinese είναι, ίσως, η πιο ευτυχής συγκυρία για την ομάδα του Torino. Οι υπερβολικές αξιώσεις της ομάδας του Udine, αλλά και το ενδιαφέρον της Napoli, που θα τροφοδοτούσε μια διαδικασία πλειστηριασμού, έκαναν τους Marotta και Paratici να στραφούν στο Arturo Vidal. Με το καλημέρα έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της εύρυθμης λειτουργίας του κέντρου, ενώ ο ρόλος του αποδεικνύεται απόλυτα λειτουργικός και καίριος, καθώς είναι επί της ουσίας ο πραιτοριανός του Pirlo, του οποίου τα ελλιπή τρεξίματα καλύπτει στη διάρκεια των αγώνων. Στην τριετία του Conte, εξέλιξε σημαντικά το παιχνίδι του, προσθέτοντας στοιχεία δημιουργικά και επιτελικά «δίπλα» στα καθαρά ανασταλτικά, που διέθετε ήδη. Τη στιγμή, που μιλάμε είναι ο πιο πολυδιάστατος μέσος στον πλανήτη κι ο μόνος, που θα μπορούσε να φέρει τον εντελώς αδόκιμο τίτλο του Box to box anchor man. Η φετινή χρονιά του μέχρι τώρα είναι ανάξια αναφοράς, καθώς ο περσινός τραυματισμός του στο γόνατο, το χειρουργείο που ακολούθησε, η, σε χρόνο εξπρές, αποθεραπεία του και η απουσία του κατά την περίοδο της προετοιμασίας δεν του έχουν επιτρέψει να πιάσει τα συνηθισμένα υψηλά του standard. Παρά ταύτα, μαζί με τον Pogba είναι τα δύο λαμπρότερα κοσμήματα του στέμματος της Vecchia Signora και οι μόνοι, που μπορούν να χαρακτηριστούν unsellable.

Η χρυσή αποκάλυψη.
Ο έτερος των Διόσκουρων. Όταν το 2012 έφτανε ελεύθερος στο Torino, κανείς δε μπορούσε να φανταστεί την εξέλιξη, που θα είχε ο 19χρονος, τότε, Γάλλος. Ο ψηλόλιγνος έφηβος, με το νεύρο, τον τσαμπουκά και τη δίψα του για επιτυχία και καταξίωση κατάφερε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα να τραπεί από ελπιδοφόρος σε απαραίτητος για τη μηχανή της Juve. Η εξαιρετική τεχνική κατάρτισή του, τα δυνατά του πόδια, ο μεγάλος διασκελισμός του και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του, προσιδιάζουν σε οργανωτή, που πατά συχνά στην αντίπαλη περιοχή κι έχει την ικανότητα να απειλεί από μέση και μακρινή απόσταση. Στα προτερήματά του η θέλησή του να μαθαίνει από τους εμπειρότερους συμπαίκτες του και να ενσωματώνει στο αγωνιστικό του στυλ κάποια από τα στοιχεία, που τους κάνουν να ξεχωρίζουν. Καλύτερος παίκτης του Mundial Νέων το 2013, το οποίο κατέκτησε με τη χώρα του, Golden Boy της ίδιας χρονιάς, ενώ βραβεύτηκε και ως καλύτερος νέος παίκτης του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Βραζιλίας. Τείνει να εξελιχθεί σε ηγέτη της μεσαίας γραμμής της Γαλλίας, η οποία δε στερείται ποιότητας. Βέβαια, δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός πώς είναι ακόμη παίκτης υπό διαμόρφωση. Τα περιθώρια εξέλιξής του είναι πολύ μεγάλα, λόγω ταλέντου και ηλικίας, χρειάζεται όμως περισσότερη ωριμότητα ώστε να γίνει πιο ουσιαστικός και λιγότερο φλύαρος στο παιχνίδι του. Αυτή όμως θα έρθει με τον καιρό. Πρόθεση της διοίκησης μετά την προχθεσινή ανανέωση του συμβολαίου του, με ηγεμονικούς όρους, είναι να τον ανάγει σε ηγέτη στη μεσαία γραμμή τα επόμενα χρόνια. Δείγμα εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του, την οποία μένει να δούμε αν ο Pogba θα ανταποδώσει.

Ο ψαρωμένος.
Δεν είναι ο νεαρότερος, αλλά ο νεότερος στη συγκεκριμένη παρέα. Ο λόγος για το Roberto Pereyra, που αποκτήθηκε ως δανεικός το καλοκαίρι από τους Friulani. Το δείγμα του είναι μικρό, δε μπορεί να χαρακτηριστεί αντιπροσωπευτικό, αλλά είναι πέρα για πέρα ενθαρρυντικό. Το παιχνίδι του χαρακτηρίζουν το αδιάκοπο τρέξιμο, τα καλά τεχνικά χαρακτηριστικά, αλλά και κακά τελειώματα των φάσεων. Πρέπει να του δοθεί χρόνος τακτικής προσαρμογής στο νέο του ρόλο. Είναι φιλότιμος και η πολλή και σκληρή δουλειά, που απαιτείται για να καταφέρει να σταθεί σε ομάδα επιπέδου Juventus, πιστεύω, προσωπικά, πώς θα έρθει εις πέρας. Μοναδικό αρνητικό της υπόθεσης είναι το ύψος της option αγοράς του – 15 εκατομμύρια ευρώ, το οποίο για τα περιορισμένα οικονομικά της Juventus του Agnelli είναι απαγορευτικό.

Τα τρωτά…
Μελανό σημείο από το 2011 κι έπειτα είναι η υπερεξάρτηση, που παρουσιάζει η Juventus από συγκεκριμένους ποδοσφαιριστές. Αυτοί δεν είναι άλλοι από τους Pirlo δημιουργικά και Vidal ανασταλτικά και σε επίπεδο δυναμισμού. Η έξη αυτή τείνει να γίνει περισσότερο επιζήμια παρά ωφέλιμη. Επιπλέον, το roster παρουσιάζει μια έλλειμμα επιθετικού και δημιουργικού ταλέντου, που ισχυρισμός που παίρνει σάρκα και οστά κάθε φορά που λείπει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ο μέσος από τη Brescia. Η απουσία ενός επιβλητικού ηγέτη στο χώρο του κέντρου είναι εμφανής. Ο Pirlo ποτέ του δεν ήταν 100% ηγέτης, ο Χιλιανός τώρα μπαίνει στο ρόλο, ενώ οι έτεροι τρεις του κέντρου επ’ ουδενί δε μπορούν να θεωρηθούν τέτοιοι, ο καθείς για τους λόγους του. Τέλος, σημαντικό αγκάθι μοιάζει να είναι η μερική ανεπάρκεια σε βάθος πάγκου, παράγοντας, που επηρεάζει την απόδοση της ομάδας στις τρεις διαφορετικές διοργανώσεις, στις οποίες συμμετέχει.

…και οι αστοχίες.
Παρατηρείται ασάφεια όσον αφορά τους διακριτούς ρόλους και τα οριοθετημένα καθήκοντα των μέσων. Το κέντρο μοιάζει χτισμένο με πλίνθους ατάκτως ερριμμένους, με την τριάδα να συμμετέχει και στις δύο φάσεις του παιχνιδιού ανεξαρτήτως οδηγιών. Ο ορισμός της σύγχυσης. Οι παίκτες, που το αποτελούν  έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. Τοιουτοτρόπως δημιουργείται ένα εντελώς ετερόκλητο group. Δίκοπο μαχαίρι. Από τη μία, η πληθώρα διαφορετικών ποιοτικά λύσεων επιτρέπει την υιοθέτηση διαφορετικής προσέγγισης ανάλογα με τη φύση και την εξέλιξη ενός αγώνα. Από την άλλη, εμφανίζεται μια αδυναμία αποκρυστάλλωσης ενός συγκεκριμένου αγωνιστικού στυλ, το οποίο θα χρησιμεύσει ως εξελικτική βάση για τη Juventus. Η βασική όμως αστοχία έγκειται στο στον προσανατολισμό του μετεγγραφικού σχεδιασμού, ο οποίος ακολουθεί παρελθούσες πεπατημένες. Η εμμονική αναζήτηση ενός πανομοιότυπου αντικαταστάτη του Pirlo θα οδηγήσει σε αδιέξοδο, κατά την ταπεινή μου γνώμη. Ο Ιταλός είναι σπάνια πάστα ποδοσφαιριστή και αγωνίζεται σ’ έναν ιδιαίτερο ρόλο. Είναι επιτέλους ώρα για την υιοθέτηση ενός πιο γρήγορου και σύγχρονου αγωνιστικού στυλ, γεγονός που απαιτεί την απόκτηση ενός οργανωτή με διαφορετικά χαρακτηριστικά και αρετές, αλλά και κόψιμο του ομφάλιου λώρου που συνδέει την ομάδα και τον Pirlo. Οι μετεγγραφικές ολιγωρίες δεν είναι λίγες επίσης. Από την περίπτωση του Verratti, που κρίθηκε ακριβός πριν 2 χρόνια, σ’ εκείνη του Nainggolan, που προτιμήθηκε να μην προχωρήσει, αλλά και σε αυτές των Baselli και Rabiot, που μάλλον χάνονται. Ιστορίες διαφορετικές, που έχουν κοινό παρονομαστή· εάν οι συγκεκριμένοι παίκτες ή ορισμένοι εξ’ αυτών είχαν αποκτηθεί, ίσως μιλάγαμε για το πιο δυνατό και μεστό κέντρο πανευρωπαϊκά.

Δογματική επιβολή και μπαλαντέρ.
Η ποιότητα των κεντρικών μέσων μετέτρεψε τη μεσαία γραμμή σε καρδιά της Juventus, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από τα μετόπισθεν, απ’ όπου παραδοσιακά πήγαζε η δύναμή της. Βασικός άξονας και πυλώνας πλέον είναι η τριάδα του κέντρου, η οποία αποκλείει τη χρήση διαφορετικής φύσεως συστημάτων, ανεξαρτήτως προπονητή. Η απόκτηση 2 ισάξιων παικτών για κάθε θέση και ρόλο είναι επιβεβλημένη για καλύτερο και αποδοτικότερο rotation, που θα προσδώσει περισσότερη φρεσκάδα, τρεξίματα και το στοιχείο του απρόβλεπτου, που τόσο έχει λείψει τα τελευταία χρόνια. Ο αστάθμητος παράγοντας της υπόθεσης είναι Γκανέζος. Σε περίπτωση απόκτησης ενός ακόμη κανονικού αριστερού οπισθοφύλακα ο Asamoah θα περάσει ξανά στη θέση, στην οποία τον μάθαμε, προσθέτοντας τα πληθωρικά φυσικά του προσόντα στην υπηρεσία των υπολοίπων χαφ.

Κλείνοντας ένα ακόμη κείμενο, ελπίζω να παρουσίασα με τον καλύτερο τρόπο την ποιότητα, τις αρετές αλλά και τις ελλείψεις, που χαρακτηρίζουν τη μεσαία γραμμή της Juventus. Σκόπιμα παρέλειψα την αναφορά των Marrone και Padoin, καθώς ο πρώτος ενώ διαθέτει εξαιρετικά φυσικά προσόντα και τεχνικές προδιαγραφές, έμεινε στάσιμος και δε έχει δείξει το παραμικρό και ο δεύτερος είναι ο παίκτης, που όλοι μας αγαπάμε να μισούμε. Η διοίκηση κινείται με γνώμονα το καλό του συλλόγου, έχοντας ήδη αποκτήσει το δυναμικό νεαρό μέσο Sturaro, ο οποίος έμεινε δανεικός στη Genoa για τη φετινή σεζόν με στόχο να πάρει παιχνίδια. Μένει να δούμε τι μας επιφυλάσσει το μέλλον και αν θα ανταποκριθούν οι κινήσεις της διοίκησης στις αυξημένες απαιτήσεις των οπαδών. Μόνος κριτής ο χρόνοςι.

*Σ’ αυτό το σημείο θέλω να ευχαριστήσω όλους όσοι με στηρίζουν από την πρώτη μέρα, που άνοιξε αυτό το blog πειραματικά, σαν σήμερα πριν ένα χρόνο. Ελπίζω να ‘χω φανεί αντάξιος των προσδοκιών σας μέχρι τώρα και να είδαμε μαζί πώς το ποδόσφαιρο είναι πολύ πιο όμορφο, όταν το παρακολουθούμε μέσα από ένα πιο αντικειμενικό πρίσμα. Ένα μεγάλο ευχαριστώ, μέσα από την καρδιά μου, για τα παιδιά, που ενώ δεν ασχολούνται ούτε με τη Juventus, ούτε με το Campionato, ακολουθούν, εκτιμούν και αναμένουν με «αγωνία» update στο blog. Αν δεν υπήρχατε εσείς, πιστέψτε με, η προσπάθεια θα είχε εγκαταλειφθεί στα μισά. Grazie!


Φόρτσα!

17/10/14

Όταν ο Pogba δείχνει το δρόμο…



… κι αρνείσαι να τον αντιμετωπίσεις ως τη μοναδική ενδεδειγμένη λύση, τότε υπάρχει πρόβλημα αντίληψης. Ο 21χρονος Γάλλος, μαζί με το Vidal, είναι ό,τι καλύτερο έχει συμβεί μετεγγραφικά στη La Madama, από το 2006 και μετά. Η περίπτωσή του ενσαρκώνει στο έπακρο τις επιταγές του ποδοσφαίρου του 21ου αιώνα. Νεαρός, πολύ ταλέντο, τεράστια περιθώρια εξέλιξης, φιλοδοξία, αλλά και νεανική τρέλα και παρόρμηση. Μείγμα εκρηκτικό, που σε περίπτωση σωστής στεγανοποίησης σ’ ένα παίκτη μυαλωμένο, μπορεί να αποφέρει τον επόμενο σταρ του αθλήματος. Η λογική έλεγε ότι η αλματώδης εξέλιξη του νεαρού μέσου θα έστρεφε τα βλέμματα της Juventus στην επανάληψη της ίδιας νόρμας, που ακολουθήθηκε με τον Pogba. Παρά ταύτα, διοικούντες και προπονητικό επιτελείο έμειναν να ατενίζουν την ωρίμανση του Γάλλου παικταρά, χωρίς να μπορούν να αντιληφθούν πώς η περίπτωσή του άνοιξε στην ομάδα του Τορίνο μια νέα πόρτα, που έως τότε έμενε σφραγισμένη ερμητικά. Οι bianconeri τράπηκαν μέσα σε διάστημα ενός έτους από μεγάλο ευρωπαϊκό club, που ανακάμπτει σε μεγάλο ευρωπαϊκό club, που δίνει ευκαιρίες σε ταλαντούχους παίκτες, ώστε εκείνοι να αναδειχθούν. Μεγάλη υπόθεση, δεδομένου ότι οι νεαροί είναι, πλέον, πιο επιλεκτικοί με τις ομάδες, που τους παρακολουθούν, αποζητώντας την καλύτερη δυνατή επιλογή για την εξέλιξή τους.

Το κεκτημένο πλεονέκτημα αυτό τείνει να απολεσθεί. Η έλλειψη ξεκάθαρου πλάνου, η σύγχυση ιδεών, ο φόβος, που πηγάζει από την ανασφάλεια, οδηγούν την κεφαλή του συλλόγου σε μια άνευ προηγουμένου παρωχημένη πολιτική στο αθλητικό κομμάτι. Το πρόβλημα είναι πολυεπίπεδο, με πολλές από τις εκφάνσεις του να μοιάζουν με συγκοινωνούντα δοχεία.

Το κορεσμένο και μέτριο ποιοτικά roster, η ανικανότητα κι ο «συνωστισμός».
Το έμψυχο δυναμικό της ομάδας, στα μάτια μου, δείχνει να χωλαίνει. Η ανάλυση των προβλημάτων του ενδελεχώς, μπορεί να πάρει ώρες κουβέντας. Αρχικά, ο αριθμός των παικτών που το απαρτίζουν είναι μεγάλος. 27 επαγγελματίες παίκτες κι ο αριθμός αυτός μεγαλώνει, προσθέτοντας και τους παίκτες από την Primavera, που προπονούνται με την πρώτη ομάδα. Συνήθως, τα μικρά και ευέλικτα group λειτουργούν καλύτερα και αναπτύσσουν μεγαλύτερη ομοιογένεια. Στη Juventus συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Άρα, διαπιστώνεται πρόβλημα. Επιπλέον, πολλοί από τους 27 αυτούς παίκτες, είτε είναι ανεπαρκείς για μια ομάδα, που θέλει να κάνει το επόμενο βήμα της και στην Ευρώπη, είτε έχουν κορεστεί από τις πρόσφατες επιτυχίες και έτσι αδυνατούν να προσφέρουν το κάτι παραπάνω στο σύνολο. Δε μπορεί φυσικά, να παραγνωριστεί το γεγονός ότι συγκεκριμένοι παίκτες έχουν ταβάνι μικρομεσαίας ιταλικής ομάδας, είναι μέτριοι ποιοτικά και τακτικά και υπάρχουν στο σύλλογο ως αριθμοί. Τέλος, εκείνο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ο μέσος όρος ηλικίας της Juventus. Τα 28,5 έτη είναι ο μεγαλύτερος ηλικιακός μέσος όρος ομάδας αυτή τη στιγμή στο Campionato. Την κορυφή μοιράζονται από κοινού, Atalanta, Chievo Verona και Juventus. Τρωτό σημείο, καθότι πέραν των επιτυχιών, ο πάταγος ενδεχομένως, που θα προκληθεί από την κατάρρευση αυτού του εύθραυστου οικοδομήματος θα είναι παρόμοιας έντασης με εκείνους των Inter και Milan. Η ανανέωση τους δεν έγινε σταδιακά και ομαλά, καθώς τα προβλήματα κρύβονταν κάτω από το χαλί των εφήμερων επιτυχιών κι έτσι η προσαρμογή τους στη νέα πραγματικότητα, με την απόσυρση της παλιάς φρουράς, ήταν κάτι παραπάνω από βίαιη.

Οι ανασφάλειες του Conte, η πεπατημένη του Allegri και το αποτυχημένο μεσοπρόθεσμο πλάνο.
Ο, πρώην πλέον, προπονητής της ομάδας, σε παλιότερη συνέντευξή του, είχε δηλώσει πώς όταν αναλάμβανε τα ηνία του συλλόγου είχε θέσει ως στόχο από κοινού με τη διοίκηση τη διεκδίκηση του πρωταθλήματος, στην τρίτη χρονιά του project. Δηλαδή, την περασμένη σεζόν.  Η ανέλπιστη επιτυχία της πρώτης σεζόν, η κατάρρευση της Milan πρόπερσι κι η έλλειψη αντιπάλου στο εγχώριο σκηνικό, μετέτρεψε το μακροπρόθεσμο πλάνο σε μεσοπρόθεσμο, με αρνητικές προεκτάσεις.

Από το 2011 μέχρι το 2014, πολλά άλλαξαν. Ένα από αυτά ήταν κι ο ίδιος ο Conte. Ενώ η πρόσληψή του έφερνε αέρα αλλαγής, νέες και φρέσκες ιδέες, προϊόντος του χρόνου και της αναμφισβήτητης επιτυχίας του τράπηκε σε φοβικό και υπέρ του δέοντος συντηρητικό προπονητή, παρά το νεαρό της ηλικίας του. Ο άλλοτε μέσος των bianconeri έμοιαζε εγκλωβισμένος στις εμμονές του, στην απροθυμία του να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό από εκείνο, που έφερε το πρώτο πρωτάθλημα το 2012. Η έλλειψη εμπιστοσύνης, μέσω του περιορισμένου rotation, συγκεκριμένους παίκτες αποτέλεσε το πιο τρανό παράδειγμα της προχειρότητας του μεταγραφικού σχεδιασμού και της έλλειψης μακρόπνοης φιλοδοξίας. Στόχος μοιάζει να είναι η εφήμερη επιτυχία και δόξα κι όχι η επιτέλεση έργου, που θα καθιερώσει τη Juventus ξανά στην ευρωπαϊκή ελίτ.

Ο νέος allenatore της ομάδας, Massimiliano Allegri, δείχνει να βαδίζει στα βήματα του προκατόχου του. Το μοτίβο είναι ακριβώς το ίδιο. Περιορισμένο rotation, ανακύκλωση 13-14 ποδοσφαιριστών και παραγκωνισμός των υπολοίπων, γεγονός που διαγράφει με τα πιο έντονα χρώματα την έλλειψη εμπιστοσύνης και του τεχνικού από το Λιβόρνο σ’ ένα μεγάλο κομμάτι του δυναμικού του. Βέβαια, το δείγμα γραφής του είναι αρκετά μικρό, αλλά «η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται» και για ορισμένους ποδοσφαιριστές αυτή δεν είναι και τόσο ρόδινη.


Διοίκηση και μετεγγραφικός σχεδιασμός υπό αμφισβήτηση.
Αν κάτι μπορεί να ειπωθεί για το μετεγγραφικό παζάρι στο κομμάτι, που αντιστοιχεί στη Juventus, αυτό δεν είναι ότι φείδεται χρημάτων. Ούτε ότι αρνείται στον προπονητή της την ενίσχυση του roster. Εκείνο, που ξεκάθαρα μπορεί να αποδοθεί σε όλους τους εμπλεκόμενους είναι η έλλειψη αυστηρά οριοθετημένου πλάνου. Πάντοτε, υπάρχει μια λίστα με πιθανούς υποψηφίους πρώτης επιλογής, που είναι εκτός του οικονομικού βεληνεκούς της ομάδας. Η λίστα αυτή, συνήθως, δημοσιεύεται από το φίλα προσκείμενο τύπο στη Juventus και δημιουργούνται προσδοκίες, οι οποίες πολύ σύντομα διαψεύδονται, λόγω της αδυναμίας απόκτησης του παίκτη. Έτσι, αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας αρνητικής ατμόσφαιρας γύρω από την ομάδα και μειονεξία των νέων αποκτημάτων, καθώς αποκτήθηκαν μόνο και μόνο γιατί «αδυνατούσαμε να αγοράσουμε τους πρώτους στόχους μας».

Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί στον οργανισμό της Juventus πώς ο παίκτης, που έχει αποκτηθεί, έχει προβάδισμα έναντι του γηγενούς, με το κριτήριο της σπατάλης των χρημάτων κι όχι της ποδοσφαιρικής αξίας. Ποδοσφαιρική αντίληψη, που ανήκει στην περασμένη χιλιετία. Άλλη μία αδυναμία, που προκύπτει από τα πεπραγμένα των τεσσάρων και κάτι αυτών ετών είναι η ανικανότητα της διοίκησης να επιβάλλει τη βούλησή της στο αθλητικό τμήμα, επιδεικνύοντας πυγμή σε κρίσιμα για την ομάδα ζητήματα. Πιο τρανό παράδειγμα από την περίπτωση του Quagliarella δεν υπάρχει. Το χειμώνα η Juventus ήθελε να τον παραχωρήσει, αλλά ο παίκτης αρνούνταν πεισματικά. Η τροπή της υπόθεσής του, με τον περιορισμένο χρόνο συμμετοχής, άλλαξαν τη στάση του ποδοσφαιριστή, που θα πωληθεί το καλοκαίρι, αλλά η οικονομική ζημιά για την ομάδα είναι αρκετά «σεβαστή». Περίπου 3 εκατομμύρια θα κοστίσει η αδυναμία επιβολής των διοικούντων. Παρακάτω. Κρίνω θεμιτό να παραθέσω άλλα δύο facts, που είναι επιβλαβή και μοιάζουν με παιδική ασθένεια. Το πρώτο είναι η αδυναμία της ομάδας να πουλήσει παίκτες με επωφελείς όρους για το σύλλογο. Απλά, δε μπορεί. Το δεύτερο είναι οι σπασμωδικές κινήσεις, όταν κάτι δεν πάει σύμφωνα με το πλάνο. Γίνονται μετεγγραφικές κινήσεις, απλά και μόνο για να κατευναστεί το μένος των οπαδών. Το παράδειγμα, που έρχεται πρώτο στο μυαλό όλων είναι εκείνο του Elia, που αποκτήθηκε, απλά για να αποκτηθεί.

Κλείνοντας αυτό το αρκετά σημαντικό κεφάλαιο, δε θα μπορούσα να μην αναφερθώ στο φάσμα ενός φόβου, που μεγαλώνει καθημερινά. Πρώτον, να πληγούν η αξιοπιστία και οι προοπτικές του συλλόγου, λόγω της συνεργασίας της ομάδας με σεσημασμένους στην ποδοσφαιρική πιάτσα managers και η μετατροπή της Juventus σε τσιφλίκι μιας πολύ μικρής κλίκας ανθρώπων εκτός συλλόγου. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από το Raiola δεν υπάρχει. Είναι γνωστό πώς το πιο φλέγον ζήτημα της ομάδας τον τελευταίο καιρό είναι η ανανέωση του συμβολαίου του Pogba. Η υπόθεση δείχνει να κλείνει θετικά για τον παίκτη και το σύλλογο. Ο δαιμόνιος Ιταλο-ολλανδός, για να επωφεληθεί και να δώσει προβάδισμα στη Juventus, προσπάθησε να πείσει τους bianconeri να αποκτήσουν δύο από τους πελάτες του. Τους Ignazio Abate και Ricardo Kishna. Οι διοικούντες δεν ενέδωσαν και οι δύο ποδοσφαιριστές παρέμειναν στις ομάδες τους. Δευτερευόντως, μελανό σημείο μοιάζει η εξαιρετικά κακή εκτίμηση των προσόντων μεταγραφικών στόχων, προϊόν του ελλιπούς scouting. Ουσιαστικά, πρόκειται για παίκτες, οι οποίοι βρίσκονται στη λίστα με τους μεταγραφικούς στόχους, αλλά υποτιμούνται κι έπειτα βρισκόμαστε να τους χρυσοπληρώνουμε, εξαιτίας της έλλειψης εμπιστοσύνης στην προοπτική τους εξ’ αρχής. Το θέμα πάει κάπως έτσι: ο παίκτης κάνει καλή χρονιά, οι μνηστήρες αυξάνονται, οι ομάδες μπαίνουν σ’ έναν πραγματικό πλειστηριασμό, η τιμή του ποδοσφαιριστή εκτινάσσεται κι η «κερδισμένη» ομάδα πληρώνει υπεραξία. Ονοματεπώνυμο: Angelo Ogbonna.

Το πλάνο, που άργησε 2 χρόνια.
Η στροφή σε ορθολογικό ποδοσφαιρικό πλάνο καθυστέρησε αρκετά. Τα αντανακλαστικά της Juventus τέθηκαν σε εφαρμογή μετά τη συντριβή, με κατεβασμένα χέρια, από το νεανικό σύνολο της Bayern Munich. Ίσως, το συγκεκριμένο συναπάντημα θεωρηθεί από τους ιστορικούς του ποδοσφαίρου σημείο καμπής για τη σύγχρονη ιστορία της «Μεγάλης Κυρίας». Το καλοκαίρι, που ακολούθησε η Juventus για πρώτη φορά έδειξε πραγματικό ενδιαφέρον για ποδοσφαιριστές νεαρής ηλικίας, σαρώνοντας πρώτα την εγχώρια αγορά κι έπειτα εκείνη της Ευρώπης. Το ηλικιακό εύρος ξεκινά με τα 22 έτη ως ανώτατη τιμή κι εκτείνεται μέχρι τους παίδες. Το μετεγγραφικό κρεσέντο στο οποίο επιδόθηκε κι έμεινε στην αφάνεια ήταν άνευ προηγουμένου. Πρόκειται για ένα τύποις παιδομάζωμα, το οποίο αφορά τους πιο ταλαντούχους παίκτες της χώρας και βγαίνει σε πέρας, εξαιτίας του καλού δικτύου πληροφόρησης, που έχει εγκαταστήσει η Juventus εντός των τειχών, με πολλές ομάδες «δορυφόρους». Το συγκεκριμένο σχέδιο επεκτείνεται και στην Ευρώπη, με τα πλοκάμια των bianconeri να βρίσκουν πάτημα στη Γερμανία και τις Werder Bremen και Eintracht Frankfurt, ενώ συζητείται συνεργασία με την ισπανική Osasuna, την ολλανδική Den Bosch και εξαγορά ενός πορτογαλικού συλλόγου στη χώρα της Ιβηρικής. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το εγχείρημα των Juventus Soccer Schools, το οποίο την περασμένη Πρωταπριλιά έκλεισε 10 χρόνια ζωής. Πολλές χώρες φιλοξενούν τέτοιου είδους σχολεία, μεταξύ των οποίων κι η Ελλάδα, την οποία η επίσημη Juventus έκανε κέντρο της Βαλκανικής της φάμπρικας ταλέντων. Το εύρος εξάπλωσης των ποδοσφαιρικών σχολίων των bianconeri ολοένα εξαπλώνεται, ανοίγοντας νέες πρότυπες σχολές σε κάθε γωνιά του κόσμου. Τα δύο πιο αναγνωρισμένα project αυτή την εποχή, με συνάρτηση παραγωγής και αποτελέσματος, είναι εκείνα της Bayern Munich και της Barcelona. Οι Βαυαροί προτίθενται να επεκτείνουν τις εγκαταστάσεις των ακαδημιών τους, ενώ παράλληλα έχουν απλώσει τα δίχτυα τους στις γειτονικές Αυστρία και Ελβετία. Από την άλλη, οι Καταλανοί είναι αδιαμφισβήτητα από τους καλύτερους ανιχνευτές ταλέντων, πολλά εκ των οποίων κοσμούν την περίφημη La Masia. Πεδίο δραστηριότητας της παραγωγής τους είναι η Ισπανία, η Λατινική Αμερική, η Άπω Ανατολή και αφρικανικές χώρες. Και οι δύο είναι παράδειγμα προς μίμηση, αλλά και προς αποφυγή. Προωθείται ένα μοντέλο, το οποίο αντιστέκεται στις ληστρικές τιμές των ποδοσφαιριστών εν έτει 2014, αλλά παράλληλα υπερτονίζεται η αδηφαγία των μεγάλων συλλόγων, που καταστρέφουν την παραγωγή και το μέσο επιβίωσης των μικρότερων. Είναι δίκοπο μαχαίρι, όπως γίνεται αντιληπτό.

Transfer trafficking με το γάντι και ποδοσφαιρική «μαστροπεία».
Ο γενικός διευθυντής της Juventus, Beppe Marotta κατέστησε σαφές ότι στο πλάνο του για τη λειτουργία του συλλόγου βαρύνουσα θέση έχουν οι νεαροί ποδοσφαιριστές, όπως έπραξε και στη Sampdoria. Όχι όμως με τον καθιερωμένο και παραδοσιακό τρόπο, αλλά με έναν πιο σκοτεινό και παρακείμενο. Στόχος του επικεφαλής της Juventus είναι η απόκτηση των νεαρών ποδοσφαιριστών, που «ακούγονται» στη γείτονα χώρα, για να μην πέσουν στα χέρια των ανταγωνιστών. Από ‘κει και πέρα, ξεχωρίζει η ήρα απ’ το στάρι με τους ικανούς να παραμένουν στο roster, παίρνοντας ευκαιρίες, ενώ οι υπόλοιποι λειτουργούν ως μεταγραφικά ατού και αντισταθμιστικά ανταλλάγματα για την επίτευξη της μείωσης του μεταγραφικού κόστους. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, η συγκεκριμένη πρακτική μπορεί να είναι ορθή εταιρικά και επιχειρησιακά, αλλά μοιάζει παντελώς ανήθικη. Το παραθυράκι, που εκμεταλλεύεται ο Marotta είναι εκείνο της συνιδιοκτησίας, πρακτική η οποία παραδοσιακά έχει στερήσει από ποδοσφαιριστές την ευκαιρία να ξεδιπλώσουν το πλούσιο ταλέντο τους και να φτάσουν στο 100% της προοπτικής τους. «Είναι η συνιδιοκτησία, ηλίθιε».


                       


Ιταλικός συντηρητισμός, αναγκαία η αλλαγή.
Η Juventus ως εκπρόσωπος της ιταλικής ποδοσφαιρικής σχολής έχει βαθιά ριζωμένη στο dna της την πεποίθηση πώς οι έμπειροι ποδοσφαιριστές οποιασδήποτε ποιότητας και ηλικίας είναι χρησιμότεροι από τους νεαρούς και ταλαντούχους του roster. Έτσι, εύλογα οι πρώτοι έχουν προβάδισμα, με τους δεύτερους να παίρνουν ελάχιστες ευκαιρίες, τις οποίες καλούνται να αρπάξουν από τα μαλλιά, για να αναδυθούν στην επιφάνεια. Η κίνηση, που γκρέμισε την καθεστηκυία αντίληψη, ήταν το παιδομάζωμα του Boniperti στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Μεταξύ άλλων, αυτή την περίοδο αποκτήθηκαν οι Zoff, Scirea, Gentile, Cabrini, Tardelli, Causio, Furino, Anastasi, Rossi και Bettega. Πρόσωπα δηλαδή, που έφεραν τη Juventus στην κορυφή της Ιταλίας και της Ευρώπης, αλλά και που συντέλεσαν έτσι ώστε η Squadra Azzurra να κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982 στην Ισπανία.

Κλείνοντας, γίνεται αντιληπτή η ανάγκη για στροφή στις ακαδημίες, η ανάδειξη γηγενών ποδοσφαιριστών και η αλλαγή, συνολικά, της αθλητικής φιλοσοφίας της ομάδας. Πρέπει, επιτέλους, να εγκαταλειφθεί το ποδοσφαιρικό μοντέλο της δεκαετίας του ’90, το οποίο βασιζόταν στις πανάκριβες αγορές παικτών, να γίνει οικοδόμηση ισχυρών θεμελίων, που θα αναδείξει τη Juventus σε σωματείο υγιές και αυτάρκες με μεταγραφές εξαιρετικών ξένων ποδοσφαιριστών. Εύχομαι από καρδιάς, αυτή η μετατόπιση του μεταγραφικού ενδιαφέροντος να λάβει χώρα σύντομα, ώστε να δούμε επιτέλους μιας Juventus βγαλμένη από μια εποχή παλιότερη, πιο ρομαντική και πιο όμορφη. Η αρχή έγινε με την απόκτηση του νεαρού Coman. Υπάρχει δρόμος ακόμη για την περαίωση του μεγάλου αυτού ταξιδιού. Έως τότε, αναμονή και υπομονή.

Forza!

30/8/14

Αντώνη, χάσαμε.




Ο τίτλος του κειμένου θα φανεί σε πολλούς περίεργος κι οξύμωρος. Δικαίως. Με τον Conte στον πάγκο της η Juventus επανήλθε στην κορυφή της Ιταλίας εμφατικά, επανακτώντας όλα τα στοιχεία εκείνα, που την έκαναν ομάδα-νικητή. Στο ψηλότερο επίπεδο όμως, στο οποίο θέλω να πιστεύω ότι ανήκει και η αγαπημένη μου ομάδα, δεν κρίνεσαι μόνο εκ του αποτελέσματος. Κρίνεσαι και για τον τρόπο με τον οποίο εκπορεύεται αυτό. Κατά κοινή παραδοχή ο πάγκος των Bianconeri θυμίζει ηλεκτρική καρέκλα. Ανάγκη για άμεσο αποτέλεσμα, υψηλές απαιτήσεις, πολλή γκρίνια με την παραμικρή αναποδιά. Αυτό δείχνει πώς υπάρχουν πολλές απαιτήσεις και πολυδιάστατες ευθύνες για τον επικεφαλής του προπονητικού επιτελείου. Θα κάνω μια προσπάθεια να παρουσιάσω τα έργα, τις ημέρες, τα γεγονότα και τα πεπραγμένα του Antonio Conte με μια πιο ψύχραιμη, αποστασιοποιημένη κι αντικειμενική μάτια, λαμβάνοντας υπόψη τις τελευταίες εξελίξεις, τάσεις και μόδες στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, με απώτερο σκοπό την εξέταση του προσήμου της θητείας του πρώην allenatore στον πάγκο της ομάδας.

Σήκωσέ τα!
Αν επιλέξουμε να καταλήξουμε σε συμπέρασμα μονάχα βάσει αριθμών, με 3 σερί Scudetti, τα 2 εκ των οποίων με τρόπο εκκωφαντικό, και 2 ιταλικά Super Cup, μόνο πετυχημένος μπορεί να θεωρηθεί. Το βασικότερο στοιχείο, που κερδήθηκε, όμως είναι η εμφύσηση της νοοτροπίας και του πνεύματος του νικητή σε όποιον παίκτη φόρεσε τα ασπρόμαυρα της Juventus. Ο Conte ως ποδοσφαιριστής ήταν winner. Το πάθος κι η μαχητικότητα ήταν στοιχεία, που χαρακτήριζαν το παιχνίδι του. Θα ήταν απίθανο αυτά τα δύο προτερήματα του coach, να μην αποτελούσαν τη βάση για το χτίσιμο της νέας ομάδας, που έθεσαν ως στόχο από κοινού με τους διοικούντες, όταν αναλάμβανε τις τύχες της.

Μελανό σημείο της κατά τα άλλα πετυχημένης 3ετίας του στην άκρη του πάγκου είναι η ουσιαστική απαξίωση του θεσμού του Coppa Italia. Η πορεία της Juventus στη συγκεκριμένη διοργάνωση ήταν κάθε χρόνο και χειρότερη, με τον ίδιο τον Conte να παραδέχεται πώς τα εμβόλιμα αυτά παιχνίδια έμοιαζαν με πρώτης τάξης ευκαιρίες να δώσει χρόνο συμμετοχής σε παίκτες, που συνήθως έμεναν καθηλωμένοι στις πολυθρόνες του «πάγκου». Αυτή η νοοτροπία δεν ταιριάζει με τη λογική του «ιδεατού τύπου» της μεγάλης ομάδας, η οποία έχει την υποχρέωση να «χτυπά» κάθε διοργάνωση στην οποία μετέχει. Άλλωστε το καλεντάρι στην Ιταλία δεν είναι δα και τόσο φορτωμένο, όπως για παράδειγμα στην Αγγλία ή τη Γαλλία, οπότε η υπέρ του πρωταθλήματος θυσία του κυπέλλου δε έστεκε σαν δικαιολογία. Ξέχωρα βέβαια, που δε ελήφθη υπόψιν η επιθυμία του κόσμου για κατάκτηση του 10ου κυπέλλου στην ιστορία της ομάδας. Ενός κόσμου, που στήριξε τον Conte με κάθε δυνατό μέσο.

Μην παίξεις όμορφο ποδόσφαιρο, έχουμε γλάρο.
Ήτοι αποτέλεσμα-θέαμα σημειώσατε άσσος. Ζητούμενο για κάθε εραστή της μπάλας είναι το όμορφο θέαμα, στις περισσότερες των περιπτώσεων. Φυσικά ο συνδυασμός αποτελέσματος και όμορφου ποδοσφαίρου δεν είναι κάτι το παράλογο. Είναι ευκταίο και πραγματοποιήσιμο.

Σε γενικές γραμμές, αυτό που παρακολουθήσαμε από τη Juventus του Conte ήταν από μέτριο έως κακό, με ορισμένες εκλάμψεις σε παιχνίδια, που «έκαιγαν». Εκεί, πάντοτε λειτουργούσε ο εγωισμός παικτών - προπονητή και κατέθεταν και την τελευταία ικμάδα των δυνάμεών τους στο τερέν. Την πρώτη χρονιά, λόγω έλλειψης ευρωπαϊκών υποχρεώσεων, η ομάδα απέδωσε πολύ καλό ποδόσφαιρο σε σεβαστό αριθμό αγώνων. Η κατάσταση επιδεινώθηκε έπειτα. Τις δύο τελευταίες χρονιές, ο ηπιότερος χαρακτηρισμός για το παιχνίδι της La Madama ήταν «υποφερτό». Εδώ, η δικαιολογία του βεβαρημένου προγράμματος είχε βάση, μέχρι ενός σημείου, φυσικά.

Τα συμπεράσματα, που εξήγαγα, έχοντας παρακολουθήσει όλα τα παιχνίδια της Juventus είναι τα εξής:

-Δεν υπήρχε εναλλακτικό πλάνο, όταν ο αγώνας δεν πήγαινε βάσει σχεδίου και χρειαζόταν ανακάτεμα στην τράπουλα.
-Η τακτική ακαμψία ήταν χαρακτηριστική. Τα παιχνίδια στα οποία δε χρησιμοποιήθηκε το προσφιλές στον προπονητή 3-5-2 είναι μετρημένα στα δάκτυλα του ενός χεριού. Υποδηλώνεται τακτική ασφυξία, η οποία έκανε την εμφάνισή της από τα μέσα της δεύτερης σεζόν και για την οποία υπεύθυνος ήταν ο προπονητής, καθώς επέλεξε παίκτες με πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που δεν μπορούν να υπηρετήσουν κανένα άλλο σύστημα.
-Η εικόνα της Juventus στο γήπεδο ήταν μιας ομάδας αργής, τόσο στο επιθετικό όσο και στο αμυντικό transition. Χώλαινε και δυσκολευόταν να αγωνιστεί σε υψηλό tempo για πολλή ώρα. Αδυνατούσε να πιέσει τον αντίπαλό της επαρκώς ψηλά. Με άλλα λόγια, στερούνταν βασικά πράγματα, που απαιτούνται στο σύγχρονο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, για να πατήσεις πόδι και να κάνεις αισθητή την παρουσία σου.
-Προβληματικές ήταν και είναι οι στημένες φάσεις, που μοιάζουν αδούλευτες. Αχίλλειος πτέρνα για τη Juventus της περασμένης σεζόν, με την εικόνα πανικού στα καρέ του Buffon να είναι συνήθης.
α) Στα αμυντικά plays παρατηρούσαμε κακές τοποθετήσεις, έλλειψη συγκέντρωσης, μη διακριτούς ρόλους στο μαρκάρισμα και έλλειψη δουλειάς υπό ειδικές συνθήκες. Αυτό προκύπτει από τις σπασμωδικές αντιδράσεις, όταν έπεφτε η μπάλα χαμηλά στην περιοχή, με τους παίκτες να προσιδιάζουν σε στρατιώτες εν πορεία μέσα σε ναρκοπέδιο.
β) Στα αντίστοιχα επιθετικά, η ελάχιστη αποδοτικότητα σε γκολ προβληματίζει. Η πλειοψηφία των τερμάτων προήλθε από απευθείας εκτελέσεις του Pirlo. Το συγκεκριμένο μειονέκτημα καταδεικνύει λάθη στον προγραμματισμό. Με τόσα ψηλά κορμιά στην ομάδα, φάουλ και κόρνερ θα έπρεπε να προκαλούν τον τρόμο στις αντίπαλες άμυνες. Παρά ταύτα ήταν ένα εν δυνάμει πλεονέκτημα, που ελάχιστα αξιοποιήθηκε από τη Juve.
-Ελάχιστοι αυτοματισμοί βγήκαν στο χορτάρι, απόρροια της μακράς συνύπαρξης των παικτών και λιγότερο δουλειάς στην προπόνηση. 

Η προβληματική στελέχωση του roster.
Στη Juventus, έχω την αίσθηση, ότι κυριαρχεί μια πεπερασμένη αντίληψη, περασμένης δεκαετίας, περί πολυπληθούς roster. Πολλοί παίκτες ίσον ευτυχία κι επιτυχία; Μάλλον όχι. Έχει αποδειχθεί πώς μεγαλύτερη αποδοτικότητα παρουσιάζουν μικρά κι ευέλικτα group. Αυτό δε συνεπάγεται, φυσικά, έλλειψη βάθους. Επιπλέον, πέραν του βασικού κορμού και 3-4 ακόμη παικτών, οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους δε γίνεται να θεωρηθούν ούτε ρολίστες σε ομάδα με υψηλές βλέψεις. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο, προτιμώνται παίκτες σε προχωρημένη ποδοσφαιρική ηλικία, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από έλλειψη παραστάσεων στο πιο ψηλό επίπεδο, αλλά και ποιότητας, για να φέρουν εις πέρας αυτά, που τους ζητώνται. Ο προπονητής έφερε σοβαρή ευθύνη στο συγκεκριμένο κομμάτι. Ο κακός προγραμματισμός (η Juventus αριθμούσε 4 δεξιά μπακ μέχρι τον περασμένο Ιανουάριο), αλλά κι η έλλειψη σθένους, ώστε να αντισταθεί στις επιταγές της διοίκησης και κατά συνέπεια ο συμβιβασμός τον βαραίνουν. Είχε τη δυνατότητα να θέσει βέτο σε πολλές από αυτές τις κινήσεις, απαιτώντας μονάχα 2-3 ποιοτικότατες, ως αντιστάθμισμα. Άλλωστε, μοιάζει εκτός λογικής να πραγματοποιείς 10 μετεγγραφές κάθε καλοκαίρι, όταν υποστηρίζεις πώς «χτίζεις».

Το κόλλημα, του κολλήματος, ω κόλλημα!
Παρά το νεαρό της ηλικίας του, ο Conte είναι αρκετά συντηρητικός και δογματικός. Η συμπεριφορά του, πολλές φορές, θύμιζε ποδοσφαιρική αυθεντία, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχει εισάγει, μέχρι ώρας, κάποιο καινοτόμο στοιχείο στο ποδόσφαιρο του 21ου αιώνα. Η συμβολή του περιορίζεται στην επαναφορά, μαζί με άλλους Ιταλούς προπονητές, του απαρχαιωμένου 3-5-2 στο προσκήνιο. Θα τον χαρακτήριζα αρκετά κολλημένο με τακτικές, συστήματα και ποδοσφαιριστές, ενώ πέραν της πρώτης του χρονιάς, η προπονητική του ικανότητα έχει παραμείνει στάσιμη, χωρίς να εμπλουτίζεται στην πορεία. Εγκλωβισμένος στο μυαλό του, πολλές φορές έμοιαζε υπέρ του δέοντος φοβικός, διαχειριζόταν κακά το roster, με αποτέλεσμα τραυματισμούς όπως εκείνον του Vidal, ενώ το διάβασμα των αγώνων στη διάρκειά τους έμοιαζε κάτω του μετρίου. Χειρότερο όλων ήταν τα δείγματα υπερεκτίμησης της δουλειάς του, γεγονός που φάνηκε στη διάρκεια των διαπραγματεύσεών του με τη διοίκηση το Μάιο, όπου ήταν ανένδοτος σ’ αυτά, που απαιτούσε.

Νιάτα; Τι είναι αυτό;
Πάγια θέση της Juventus είναι η επένδυση στην ακαδημία της, όπως έχει τονίσει πολλάκις διά των αντιπροσώπων της. Ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται εμπράκτως από τις πολλές μετεγγραφές νεαρών παικτών για τις μικρές ηλικίες κι από την πλήρη εκχώρηση του Vinovo στη Juventus Academy, όταν αποπερατωθεί το νέο προπονητικό στην Continassa. Πλην του Pogba, που άρπαξε την ευκαιρία που του δόθηκε από τα μαλλιά, κανείς άλλος δε στηρίχτηκε ή πήρε τις ευκαιρίες, που του αναλογούσαν. Νεαροί παίκτες βρίσκονταν ιεραρχικά πίσω από τους χειρότερους παίκτες της ομάδας, με αποτέλεσμα να μένουν στάσιμοι και να μετατραπούν σε μόνιμους παγκίτες. Φυσική κι επόμενη μοιάζει να είναι η διάσταση στη φιλοσοφία διοίκησης και προπονητή, με τον δεύτερο να μην πιάνει τον «παλμό» της πρώτης, αλλά και του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου εν γένει. Επί το κυνικότερον, θα περίμενε κανείς ο Conte να σεβαστεί τις δεκάδες επενδύσεις σεβαστών ποσών, ούτως ώστε να αποκτηθούν οι εν λόγω παίκτες. Εις μάτην όμως, δυστυχώς.

Η ηρωική έξοδος.
Ο Conte είχε δηλώσει πολλάκις σε συνεντεύξεις στα Μ.Μ.Ε. της γειτονικής Ιταλίας ότι υπήρξε στρατιώτης της Juventus ως ποδοσφαιριστής. Το ίδιο υποστήριζε ότι συνέβαινε και από το πόστο του προπονητή. Τα λόγια του ήλθαν σε πλήρη αντίθεση με τις πράξεις του, καθώς η αναπάντεχη αποχώρησή του στις αρχές της προετοιμασίας απέδειξε περίτρανα ότι η αγάπη, που αποδεδειγμένα τρέφει για το σύλλογο, ήταν αδύνατο να υπερκεράσει την προσωπική φιλοδοξία και το ίδιο συμφέρον. Η «βαθιά σχέση αλληλοκατανόησης και αλληλοεκτίμησης», που διατυμπάνιζαν αμφότερες οι δύο πλευρές  ότι υπήρχε, στο πρώτο μεγάλο crash test συνεθλίβη. Κάτω από τις ανυποχώρητες θέσεις τόσο του προπονητή, όσο και της διοίκησης. Ο allenatore έδρασε με απόλυτη αξιοπρέπεια, δίνοντας την ευκαιρία στους διοικούντες να κάνουν προεργασία, ώστε να βρεθεί ο αντικαταστάτης του. Η απόφασή του να αποχωρήσει όμως δείχνει ότι το φταίξιμο, για τον ίδιο, βαραίνει μόνο την απέναντι πλευρά. Δυνατότητα συμβιβασμού υπήρχε, με αμοιβαίες υποχωρήσεις εκατέρωθεν, αλλά δυστυχώς δεν επετεύχθη κάτι τέτοιο. Βέβαια, οι διαρροές στον ιταλικό τύπο φέρνουν στην επιφάνεια τη βλοσυρή πραγματικότητα, που κρυβόταν καλά πίσω από φιλόδοξες δηλώσεις για το μετεγγραφικό παζάρι. Ο Conte με τη στάση του τους εξέθεσε ανεπανόρθωτα. Κι είναι ίσως η πρώτη φορά, που ένας Agnelli βγαίνει στη σέντρα λόγω της ανακολουθίας υποσχέσεων και πράξεων.

Αντί απόψεως και μάντης κακών.
«Juventus υπήρχε πολύ πριν τον Conte και θα υπάρχει σίγουρα και μετά από εκείνον. Πιθανή αποχώρησή του από τον πάγκο της ομάδας δε θα με ενοχλούσε ιδιαίτερα, ούτε θα έφερνε την καταστροφή, εφόσον η διοίκηση δείξει πώς έχει την πρόθεση να φέρει ένα δυνατό όνομα για τη θέση του κόουτς κι όχι κάποιο ανδρείκελο, που δε θα μπαίνει εμπόδιο στις επιδιώξεις της. Αναμφισβήτητα, στο ξεκίνημά του στη Juve μέχρι τα μέσα και της δεύτερης σεζόν, ήμουν φανατικός υπέρμαχος του Antonio. Έκτοτε, το θέαμα, η φοβικότητα και η εν γένει διαχείριση υλικού, καταστάσεων και προβλημάτων με έκαναν να έχω τις επιφυλάξεις μου για εκείνον, γεννώντας μου παράλληλα μια απογοήτευση. Για να συνεχιστεί η αγαστή συνεργασία διοίκησης και προπονητή, με παράλληλη αγωνιστική πρόοδο της ομάδας, ο Conte οφείλει να αναθεωρήσει πολλά, να ανοίξει τα μάτια και κυρίως το μυαλό του, να βάλει νερό στο κρασί του και να σταματήσει να φοβάται τους πειραματισμούς. Πολλά από τα όσα, δογματικά θα έλεγα, χρησιμοποιεί αντανακλούν στο μεγάλο Giovanni Trapattoni, ο οποίος είναι 75 ετών όμως. Οιωνός, αν μη τι άλλο, ανησυχητικός.»

Αυτή επρόκειτο να είναι η παράγραφος με την άποψή μου. Από τότε πολλά άλλαξαν. Εγώ, όλοι μας, το περιβάλλον γύρω μας. Ο προπονητής της Juventus, η μετεγγραφική πολιτική και οι στόχοι. Την παραθέτω αυτούσια για ένα και μόνο λόγο· ο μεγαλύτερος φόβος μου, όπως καταγράφεται άνωθι, έγινε πραγματικότητα. Ίσως και να ‘ταν διαισθητική πρόβλεψη. Βασική μου πεποίθηση είναι πώς όλα είχαν πάρει το δρόμο τους από το Μάιο κιόλας. Κι όλα συγκλείνουν στο βάσιμο της εικασίας μου.

Εν κατακλείδι, η ανάγκη για φρέσκες ιδέες, που όλοι μας πιστεύαμε ότι χρειάζεται, ήρθε. Όχι μέσα από την αλλαγή των σταθερών του Conte, αλλά από την αντικατάστασή του. Κάθε αρχή και δύσκολη, λένε. Η γκρίνια εκ μέρους των οπαδών είναι δικαιολογημένη μέχρι ένα σημείο όμως. Κι αυτό, εξαιτίας του δείγματος, που έχουμε από τον Allegri της δεύτερης και της τρίτης χρονιάς του στο Μιλάνο. Για να μη μασήσω τα λόγια μου, η σκληρή κριτική του κείμενου στον πρώην, πλέον, προπονητή μας πήγαζε από τις προσδοκίες, που μου καλλιέργησε το πολύ δυνατό του ξεπέταγμα. Όπως συμβαίνει με την πλειοψηφία των  ποδοσφαιριστών, μετά το πρώτο τους συμβόλαιο, έτσι κι εκείνος παρέμεινε λίγο έως πολύ στάσιμος, καθώς επαναπαύτηκε στις δάφνες των πρωταθλημάτων. Οι γονείς, συνήθως, είναι αυστηρότεροι με τα παιδιά τους, απ’ ότι με εκείνα των άλλων. Στο ίδιο μήκος κινήθηκα κι εγώ. Η κατάσταση κυλάει με τον τρόπο, που την όρισαν οι αποφάσεις των Conte και Agnelli-Marotta, οπότε καλό θα ‘ναι να έχουμε υπομονή. Όπως η Ρώμη δε χτίστηκε σε μία ημέρα, έτσι και τα εμπόδια δε μπορούν να υπερπηδηθούν σ’ ένα μήνα. Υπομονή και στήριξη σε όλους.

Forza και καλή αρχή στην ομάδα μας απόψε!